Αστακός – Κριτική από τον Γιώργο Σταματιάδη

0

Ο Γιώργος Λάνθιμος, νέος σκηνοθέτης με εξαιρετική πορεία στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα, ξαναπιάνει το νήμα εκεί όπου το είχαν αφήσει οι μεγάλοι ευρωπαίοι σκηνοθέτες, Μπουνιουέλ, Μπρεσόν, Παζολίνι, Μπερτολούτσι, Φερέρι. Ο Λάνθιμος ακολουθεί αυτούς τους σκηνοθέτες αναφορικά με την αισθητική προσέγγιση και τη γενικότερη στάση ενός καλλιτέχνη απέναντι στα πράγματα. Εγγράφεται σε μια ηπειρωτική κινηματογραφική παράδοση, που στόχο έχει να πάει την κάμερα όσο βαθύτερα γίνεται στην εξερεύνηση ενός θέματος και που δεν αρκείται στην αφήγηση μιας εύπεπτης ιστορίας με δραματικές κορυφώσεις και συναισθηματικές εξάρσεις. Εξού και οι –δίκαιες- βραβεύσεις στα γνωστότερα ευρωπαϊκά φεστιβάλ.

Ειδικότερα στον Αστακό, ο Λάνθιμος και ο μόνιμος σεναριογράφος του Ευθύμης Φιλίππου αντλούν έμπνευση και από λογοτέχνες όπως ο Όργουελ (1984), ο Χάξλεϊ (Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος), ο Τόμας Μαν (Το Μαγικό Βουνό) και από φιλοσόφους όπως ο Φουκώ (Επιτήρηση και Τιμωρία).

Είναι εμφανής, και δηλωμένη, η επιδίωξη του Λάνθιμου να στοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, να χρησιμοποιήσει την κάμερά του ως εργαλείο εξερεύνησης και μελέτης των διαπροσωπικών σχέσεων, των παθών και συναισθημάτων. Ως καλλιτέχνης βέβαια, δεν συντάσσει μελέτες κοινωνιολογίας ή ανθρωπολογίας, αλλά σκηνοθετεί κινηματογραφικές ταινίες. Εκ των πραγμάτων λοιπόν και παρά τους διακηρυγμένους στόχους του, τοποθετείται στο μεταεπίπεδο της αλληγορίας, του διφορούμενου και του παραλόγου.

Κατά μια έννοια, όσο περισσότερο ασχολείται κοινωνιολογικά ή ανθρωπολογικά με συγκαιρινά φαινόμενα, τόσο περισσότερο οφείλει σκηνοθετικά να απομακρύνεται από τη σύγχρονη πραγματικότητα, όπως αυτή βιώνεται σ’ένα πρώτο, εμφανές επίπεδο καθημερινότητας. Οι ταινίες του λοιπόν ξενίζουν και θεωρούνται από πολλούς νοσηρές ή ενοχλητικές για δυο συναρτώμενους λόγους: γιατί από τη μια χρησιμοποιεί την κάμερα ως μικροσκόπιο, που διατρυπά τα επίπεδα της συνηθισμένης εμπειρίας, αναστατώνοντας κατεστημένες αντιλήψεις και θέτοντας σε κίνηση τον αυτοστοχασμό του θεατή και γιατί από την άλλη σκιαγραφεί τις καταστάσεις στεκόμενος σ’ένα επίπεδο μεταφοράς, σχεδόν παραβολής, που οδηγεί σε σύγκρουση το θεατή με τον εαυτό του.

Ο Λάνθιμος προσφέρει αφενός στο θεατή άφθονο υλικό οικείων εμπειριών, και τον μεταφέρει αφετέρου σ’ένα σύμπαν ανοίκειο, αλληγορικό, πέραν των ορίων του υπαρκτού και του βιωμένου, που παρέχει όσο να’ναι μια ασφάλεια εντός της σκοτεινής αίθουσας. Το νοητικό πινγκ-πονγκ μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, εμπειρίας και αλληγορίας, προκαλεί ένα είδος ιλίγγου.Αστακός – Κριτική από τον Γιώργο ΣταματιάδηΑπό τη σύγκρουση των επιπέδων, ο Λάνθιμος μαθαίνει πράγματα για τον ίδιο και τον κόσμο, αλλά ωθεί και τους θεατές σε γόνιμη αντιπαράθεση με τον εαυτό τους: μήπως οι κυρίαρχες αντιλήψεις μας για τις ανθρώπινες σχέσεις, το ζευγάρι, το γάμο είναι προϊόν κοινωνικού καταναγκασμού; Μήπως οι δεσμοί μας με τους σημαντικούς άλλους αποτελούν τεχνητό προϊόν της ανάγκης να αυτοσυντηρηθούμε και δεν έχουν το ιδεώδες περιεχόμενο που τους αποδίδουμε; Η εν λόγω διαδικασία «πονάει» και είναι λογικό πολλοί θεατές να μην αντέχουν και να παραιτούνται ή να αδιαφορούν.

Θεματολογικά, ο Αστακός  πηγαίνει κόντρα στο πνεύμα της εποχής, περιγράφοντας κλειστά συστήματα ανελευθερίας. Η εποχή μας είναι μια εποχή ατομισμού, όπου κυριαρχούν τα ιδεώδη της αυτοδιάθεσης και του αυτοπροσδιορισμού. Η Τέχνη θα έπρεπε κατοπτρικά να επεξεργάζεται, να φανερώνει, να συμβολίζει τις συνέπειες και τις αντιφάσεις αυτού του φαινομένου. Ο Λάνθιμος, σκηνοθέτης της υποψίας τρόπον τινά, είναι δύσπιστος απέναντι σ’αυτή την αυτοεικόνα των δυτικών κοινωνιών.

Σ’ένα απροσδιόριστο μέλλον απαγορεύεται να είναι κανείς μόνος επί ποινή μετατροπής του σε ζώο της επιλογής του. Όσοι αποτυγχάνουν να μην είναι μόνοι μεταφέρονται από την εξουσία σ’ένα παραθαλάσσιο θέρετρο, όπου τους περιμένει είτε το ζευγάρωμα είτε η «ζωοποίηση» σε μια προθεσμία 45 ημερών. Οι τρόφιμοι μαθαίνουν με βασανιστήρια και άλλες παιδαγωγικές μεθόδους πόσο καλό και χρήσιμο είναι να είναι κανείς σε σχέση.

Παράλληλα, κυνηγούν τους μοναχικούς, μια αντιστασιακή ομάδα που έχει κατασκηνώσει στο δάσος, με έπαθλο έξτρα ημέρες παραμονής στο θέρετρο και άρα περισσότερες πιθανότητας επιβίωσης. Με μια κίνηση σπάνιας ενάργειας και εντιμότητας, ο Λάνθιμος τοποθετεί «εξουσία» (θέρετρο) και «αντίσταση» (δάσος) πρόσωπο με πρόσωπο: είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, εξίσου εξουσιαστικές και καταπιεστικές για τα μέλη υπό τον έλεγχό τους.

Η πατερναλιστική εξουσιαστική δομή μοιάζει ο αξεπέραστος ορίζοντας είτε εντός είτε εκτός των τειχών και αποκτά σχεδόν μεταφυσικά χαρακτηριστικά. Η αδυναμία εύρεσης διεξόδου προκαλεί δυσφορία στο θεατή, αλλά η ισχυρή θέση του διδύμου Λάνθιμου-Φιλίππου πρέπει να κοινολογηθεί με όσο το δυνατόν πιο εύγλωττα μέσα.
Αστακός – Κριτική από τον Γιώργο ΣταματιάδηΣτον Κυνόδοντα ο πατερναλισμός εκπροσωπούταν από το πρόσωπο του πάτερ φαμίλια, του επικεφαλής της οικογένειας που ασκούσε την απόλυτη εξουσία επί των μελών της οικογένειάς του. Στον Αστακό, ο πατερναλισμός μετατρέπεται τρόπον τινά σε μητριαρχία/γυναικοκρατία: οι αρχηγοί της ομάδας, τα αφεντικά της επιχείρησης, οι εξουσιαστές, είναι γυναίκες. Αλλά και κατά τη διαδικασία συγκρότησης του ζευγαριού, οι άντρες αναγκαστικά υποτάσσονται σε μια ιδιότυπη ιεραρχική δομή, επιδιώκοντας τη συγκατάνευση των γυναικών για τη σύναψη ερωτικής σχέσης, μιμούμενοι τα ιδιαίτερα, προσωπικά χαρακτηριστικά τους. Ο άντρας είναι αυτός που θα πρέπει να πείσει τη γυναίκα ότι έχουν κοινά χαρακτηριστικά και ποτέ το αντίστροφο (τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν εμφανίζεται στην ταινία). Πλέον, το θηλυκό ήμισυ του ζευγαριού θέτει κυριαρχικά τους όρους για τη σύναψη μιας σχέσης, αλλά η δομή του εξουσιαστικού φαινομένου με το δίπολο εξουσιαστής-εξουσιαζόμενος παραμένει σταθερή στο λανθιμικό σύμπαν.

Η πρόοδος που έχει συντελεστεί στο δυτικό πολιτισμό με την εγκαθίδρυση του προτύπου του αυτενεργούντος υποκειμένου είναι φαινομενική. Η μια εξουσιαστική δομή διαδέχεται (ή συνυπάρχει με) την άλλη. Εκκινούμενοι από μια ανιστορική επιθυμία για ελευθερία, οι ήρωες του Λάνθιμου παλεύουν να αποδράσουν από τη μοίρα που επιλέγει γι’αυτούς η εξουσία. Η συμμόρφωσή τους σε δομές και πρότυπα συμπεριφοράς είναι υποκριτική, μη αυθεντική, στο βαθμό που επιβάλλεται έξωθεν και υιοθετείται ανεξέταστα.

Η συμμόρφωση επιτυγχάνεται από την εξουσία χάρη στην (εγωιστική) ορμή της αυτοσυντήρησης, παρότι οι σωματικές επιθυμίες και τα ανθρώπινα συναισθήματα που προϋποθέτουν τον Άλλο, επανεμφανίζονται στο προσκήνιο πιεστικά, αντιδρώντας στον παραλογισμό. Παραλογισμός είναι η ανελευθερία ως υπακοή χωρίς σκέψη, χωρίς εξέταση. Η φυσικότητα των επιθυμιών και των συναισθημάτων ασφυκτιά κάτω από την μπότα των κοινωνικών συμβάσεων.

Αλλά ο Λάνθιμος δεν υιοθετεί την άποψη περί φυσικής αθωότητας που μολύνεται από την είσοδο στον πολιτισμό. Η ορμή της αυτοσυντήρησης, ο εγωισμός και η ανάγκη ικανοποίησης των ατομικών επιθυμιών, προϋπάρχουν οποιουδήποτε πολιτισμού και θα εκδηλώνονται σε οποιεσδήποτε συνθήκες, υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις.

Στη μεγάλη παράδοση των προφητών της δυστοπικής κοινωνίας, ο Λάνθιμος προειδοποιεί ότι το μέλλον είναι ανοικτό και σε καταστάσεις, όπου η πολιτισμική αφομοίωση μέσω των συχνά ανεπαίσθητων τεχνικών καταναγκασμού θα οδηγεί στο γενικευμένο κομφορμισμό και στην υποταγή στις επιταγές της κοινότητας.

Παρά ταύτα, αφήνει ανοικτό το παράθυρο της ελπίδας: η συμμόρφωση των υποκειμένων στις εντολές πραγματοποιείται από άγνοια, φόβο, συνήθεια και κυρίως υπό την απειλή της τιμωρίας, υπό την επιρροή δηλαδή άλογων συναισθημάτων που προκαλούν κοινωνικοί, εξωυποκειμενικοί και ιστορικά προσδιορισμένοι παράγοντες. Ένας πυρήνας ανθρωπινότητας, απαραβίαστος από κυριαρχικές δομές και πρακτικές, παραμένει εντός μας ανεξάλειπτος.

Είναι ωστόσο οι ορμές και οι επιθυμίες μας απόλυτα αθώες; Αν κάποτε εκλείψουν οι παράγοντες καταπίεσης, θα έχουμε πιο αυθεντικές σχέσεις με τον εαυτό μας και τους άλλους;  Στον Αστακό, ίσως η αγάπη, κόντρα σε όλους και όλα, ιδίως κόντρα στον ίδιο τον εγωιστικό εαυτό μας, να αποτελεί μια απαρχή απάντησης.

Γιώργος Σταματιάδης

 

Κοινοποίηση

Γραψτε ενα σχολιο