Café Society – Κριτική από τον Γιώργο Σταματιάδη

0

Οι ταινίες του Γούντι Άλεν έχουν πια λόγο ύπαρξης; Το ερώτημα τίθεται αναγκαστικά, δεδομένου ότι ο Άλεν γυρίζει εδώ και δεκαετίες μια ταινία το χρόνο. Από τα στοιχεία στο imdb προκύπτει ότι από το 1982 μέχρι σήμερα, τα τελευταία 35 χρόνια δηλαδή, προβάλλεται κάθε χρόνο μια ταινία του. Ελάχιστοι κινηματογραφικοί σκηνοθέτες  παγκοσμίως εμφανίζουν τέτοια παραγωγικότητα. Η ασταμάτητη και επαναλαμβανόμενη αυτή δραστηριότητα φαίνεται ότι ανταποκρίνεται σε μια ζωτική βιοτική/ψυχολογική ανάγκη. Ο Άλεν, στην ένατη δεκαετία  της ζωής του πια, αρνείται πεισματικά να αποσυρθεί από το καλλιτεχνικό στερέωμα.

Από την άλλη όμως πλευρά εγείρονται πιεστικά τα ζητήματα της επαναληπτικότητας και της αυθεντικότητας: ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να μιλάει μόνο και όταν έχει πραγματικά κάτι ουσιαστικό ή/και πρωτότυπο να πει; Ή μήπως ο κινηματογράφος αποτελεί ένα ιδιαίτερο μείγμα τέχνης και διασκέδασης για τις μάζες, οπότε πρέπει να είμαστε λιγότερο αυστηροί ως προς τα κριτήρια με τα οποία θα κρίνουμε μια ταινία; Αλλά τότε προς τι η προσπάθεια του Άλεν για καλλιτεχνική ανεξαρτησία, αν προέχει η παραγωγή έναντι της ποιότητας, αν το ραντεβού του σκηνοθέτη με το κοινό είναι προκαθορισμένο, βρέξει-χιονίσει;

Café Society – Κριτική από τον Γιώργο Σταματιάδη
Ο Άλεν ανήκει στην ομάδα των κινηματογραφιστών εκείνων που επιδιώκουν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο επί του έργου τους, των auteurs που καταθέτουν την προσωπική ματιά τους, ανεπηρέαστοι από έξωθεν παρεμβάσεις, ιδίως από τους παραγωγούς και τους χρηματοδότες της ταινίας. Η πολιτική των auteurs αναπτύχθηκε στην Ευρώπη από τους γάλλους κριτικούς και γνώρισε μεγάλες δόξες με τη γενιά της nouvelle vague. Ο Άλεν επηρεάστηκε από το ευρωπαϊκό σινεμά, αλλά και από το μεσοπολεμικό Χόλυγουντ, που στηρίχτηκε στους ευρωπαίους εμιγκρέδες, όπως τον Ερνστ Λούμπιτς, αλλά και τους αδερφούς Μαρξ και τον Πρέστον Στάρτζες. Η νέα του ταινία του, ωστόσο, με τον τίτλο Café Society, δεν μεταδίδει στο θεατή κάτι από την πρωτοτυπία των ευρωπαίων ούτε από τη λάμψη του παλαιού Χόλυγουντ.

Στο Café Society, οι μεγαλοπαραγωγοί αναλίσκονται σε προετοιμασίες, δεξιώσεις, τηλέφωνα, σε δραστηριότητες δηλαδή που λίγη σχέση έχουν με την καλλιτεχνική δημιουργία αυτή καθαυτή. Σχηματίζεται έτσι μια μάλλον γκρίζα, και ίσως πιστότερη στην πεζή πραγματικότητα, εικόνα για τις απαρχές της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, μακριά από εξιδανικεύσεις. Ωστόσο, αυτή η εικόνα μοιάζει να επηρεάζεται καθοριστικά από την αντίληψη του Γούντι Άλεν για το σύγχρονο Χόλυγουντ, ως μιας φάμπρικας εκμετάλλευσης ταλέντων, ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού αποτελούμενου από πολυάσχολους ανθρώπους, αδιάφορους για την τέχνη, και με βασικό σκοπό της ζωής τους το κέρδος. Πρόκειται μάλλον για αναχρονισμό, για μια περιγραφή πιο κοντά στην εποχή των blockbusters και στο σύμπαν του «Παίκτη» του Ρόμπερτ Όλτμαν, παρά στο μεσοπόλεμο.

Το Café Society αφηγείται –για ακόμα μια φορά- ένα ερωτικό τρίγωνο. Οι βασικοί ήρωες είναι εκ νέου αναποφάσιστοι, ασταθείς, νευρωτικοί. Στην κοσμοθεωρία του Γούντι Άλεν τα εμπόδια στην ευτυχία δεν τα ορθώνει η καταπιεστική εξουσία της κοινότητας ούτε οι κοινωνικές συμβάσεις, που καταπνίγουν την επιθυμία και εμποδίζουν την αυτοπραγμάτωση. Αντίθετα, καθένας αναμετριέται αποκλειστικά με τον εαυτό του, τα πάθη του και τα ανεκπλήρωτα όνειρά του. Για τον Γούντι Άλεν, το πρόβλημα έγκειται στο ότι, ως υποκείμενα συναισθημάτων και διαθέσεων, οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά ρευστοί και πολύπλευροι. Τα παλιά συναισθήματα επιβιώνουν στο διηνεκές και αναδύονται αυθόρμητα και αναπάντεχα, εκεί που νόμιζε κανείς ότι τα είχε καταχωνιάσει οριστικά. Η ανθρώπινη πλαστικότητα, η ταυτόχρονη παρουσία αντικρουόμενων επιθυμιών και η αδυναμία επικέντρωσης σ’ένα αντικείμενο πόθου, μας καθιστούν έρμαια της συγκυρίας, καρυδότσουφλα στη μεγάλη περιπέτεια της ζωής.

Café Society – Κριτική από τον Γιώργο Σταματιάδη
Η  οιονεί αυτή ανθρωπολογική σταθερά, η καταστατική αδυναμία του ανθρώπου να ηρεμήσει και να γαληνεύσει, τον αναγκάζει να αναζητεί διαρκώς σταθερά σημεία αναφοράς. Στη σύγχρονη εποχή, τέτοιοι «οίκοι» που αγκαλιάζουν προστατευτικά την ύπαρξη, είναι οι μητροπόλεις, τα μεγάλα αστικά κέντρα, στα οποία κινείται κανείς όπως το ψάρι μέσα στο νερό, αναζητώντας παραστάσεις, εικόνες, συγκινήσεις. Το Λος Άντζελες και το Χόλυγουντ, στα οποία μετακομίζει στην αρχή της ταινίας ο κεντρικός ήρωας (Jesse Eisenberg), μοιάζουν με άκεντρα προάστια, οπότε δεν κάνουν γι’αυτή τη δουλειά.  Σχετικά σύντομα ο πρωταγωνιστής αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, στη Νέα Υόρκη, στη μητρόπολη που κατά σύμπτωση λατρεύει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, όχι επειδή τον ξέβρασε το σύστημα, αλλά επειδή η Καλιφόρνια απλώς δεν του ταιριάζει.

Για ακόμα μια φορά, ο Γούντι Άλεν σπάει τις ιδέες και τις πεποιθήσεις του σε πολλά κομμάτια και τις μοιράζει ως ατάκες σε διάφορους ήρωες της ταινίας του. Οι αγωνίες τους, μεταφυσικές ή συναισθηματικές, οι διαμάχες τους, πολιτικές ή ιδεολογικές, μοιάζουν κάπως ξεκάρφωτες σε σχέση με τον κεντρικό αφηγηματικό ιστό. Οι χαρακτήρες μένουν στην επιφάνεια και τα βαθύτερα κίνητρα των πράξεών τους δεν εξετάζονται.

Τα τεχνικά μέρη του Café Society, ντεκόρ, κουστούμια και φωτογραφία είναι πάντως ψιλοβελονιά, ενώ και οι ερμηνείες δουλεμένες και επαρκείς, με την εξαίρεση της αδιάφορης και στημένης Kristen Stewart, που αδυνατεί να μπει στο κλίμα της εποχής. Ακόμα και οι αποτυχίες του Άλεν  είναι βέβαια κλάσεις ανώτερες από τις περισσότερες ταινίες του συρμού, και αυτό του πιστώνεται αναμφισβήτητα. Απλώς το ετήσιο ραντεβού των θεατών με τον Γούντι μοιάζει περισσότερο με οικογενειακή γιορτή, στην οποία ανακαλούνται νοσταλγικά, αλλά για πολλοστή φορά, οι παλιές καλές στιγμές, και λιγότερο με πάρτι-έκπληξη, όπου όλο και κάποια ενδιαφέρουσα γνωριμία θα προκύψει. Το απρόσμενο δεν είναι άραγε το οξυγόνο της τέχνης;

 

Κοινοποίηση

Γραψτε ενα σχολιο