Γοτθικό Σύμπαν “In love with the dark IN CINEMA” Μέρος 2ο – Γράφει η Ελπίδα Παναγιωτίδου

0

“THEY WATCH US DINE ON EMPTY PLATES AND DRINK FROM EMPTY GLASSES”, Συνέντευξη με Έναν Βρικόλακα 1994, Νιλ Τζόρνταν.

Συνέχεια:
Η Συνέντευξη με Έναν Βρικόλακα(1994), εκτοπίζει το «σατανικό» βαμπίρ με ένα νέο «ανθρώπινο», καταστρέφοντας τον αρχέτυπο κινηματογραφικό μύθο. Τα αρνητικά αισθήματα των προγενέστερων βαμπίρ όπως δίψα, μίσος, πικρία και περιφρόνηση αλλάζουν. Το νέο βαμπίρ βιώνει την αγάπη, την αμφιβολία, την μετάνοια και την εσωτερική σύγκρουση. Η προσωπικότητα του εκφράζεται μέσα από τις ατομικές του πράξεις, όχι από την «αιώνια κοσμική μάχη του καλού ενάντια στο κακό».  Το απόκοσμο, το απωθητικό , το Ανοίκειο μετατρέπεται σε αρεστό, δημοφιλή ακόμα και επιθυμητό. Στα μάτια του κοινού ο Λούι είναι «αθώος» καθώς δεν επιδίωξε το βαμπιρισμό αλλά του επιβλήθηκε. Σχεδόν μια δεκαετία μετά, το νέο βαμπίρ, εδραιώνει τη θέση του  στη σύγχρονη γοτθική λογοτεχνία. Η σειρά βιβλίων Twilight(Λυκόφως 2005), New Moon(Νέα Σελήνη 2006), Eclipse(Εκλειψή 2007) και Breaking Dawn(Χαραυγή 2008) της Στέφανι Μέιερ, χαρακτηρίστηκε ως λογοτεχνικό και μετέπειτα ως κινηματογραφικό φαινόμενο. O Λούι δίνει τη θέση του στον Έντουαρντ Κάλεν (Ρόμπερτ Πάτινσον), και η Μίνα (Dracula) στη Μπέλα Σουάν (Κρίστεν Στιούαρτ). Οι ταινίες (2008-2012) είχαν τεράστια απήχηση στο εφηβικό-νεανικό κοινό, κυρίως στις γυναίκες, και ενίοτε χαρακτηρίστηκαν ως «βαμπιρική σαπουνόπερα». Η σειρά του Λυκόφως τηρεί τη παράδοση του γοτθικού ρομάντζου και παρουσιάζει το βαμπίρ σε όλο του το μεγαλείο. Ο Έντουαρντ διαψεύει τις καθιερωμένες συνήθειες και τον παλιό τρόπο ζωής των απέθαντων, παρουσιάζεται ως ημίθεος. Για την ακρίβεια δεν κρύβεται από τον ήλιο για να μην καεί αλλά διότι κάτω από τις αχτίδες του λάμπει. «Είναι σαν διαμάντια…είσαι όμορφος» είναι τα λόγια της Μπέλα όταν ο Έντουαρντ εκτίθεται μπροστά της στο φως του ήλιου.

Ο χαρακτήρας του Έντουαρντ απεικονίζει τον αρχέτυπο μύθο σε όλη του την αίγλη. Ο σύγχρονος βρικόλακας, αποτέλεσμα της πολυπολιτισμικότητας και της παγκοσμιοποίησης όπου τα πάντα είναι αποδεκτά, εντάσσεται ως μέλος μια «μεγάλης οικογένειας». Στη συγκεκριμένη λογοτεχνική και κινηματογραφική τετραλογία το συναντάμε στους «Κάλεν». Μια οικογένεια βαμπίρ, με τα μέλη της απόλυτα αφοσιωμένα το ένα στο άλλο, που έχει επιλέξει να σέβεται την ανθρώπινη ζωή. Το μοντέλο της «ιδιαίτερης» αυτής οικογένειας δεν διαφέρει και πολύ από τις «συνηθισμένες». Ο «πατέρας» και η «μητέρα», Κάρλαϊλ και Έσμι, τα «παιδιά» Έντουαρντ, Άλις, Τσάσπερ, Ρόζαλι και Έμετ. Συγκεντρώνει τα περισσότερα χαρακτηριστικά της κλασικής «πατριαρχικής» οικογένειας προσαρμοσμένη στο σήμερα. Το στοιχείο της οικογένειας καθιερώνεται ως μοτίβο  στη σύγχρονη βαμπιρική γοτθική λογοτεχνία. Σε αντίθεση με άλλα πλάσματα του υπερφυσικού που παρουσιάζονταν ως μοναχικά και παραγκωνισμένα. Για τη μικρή κοινωνία του Φόρκς ο πατέρας, Κάρλαϊλ, είναι ένας αξιοσέβαστος γιατρός, για τα «παιδιά» του ο άρρηκτος «δεσμός αίματος»( με τη διαφορά ότι αυτός ο δεσμός προέρχεται από τη διαδικασία της μεταμόρφωσης/δημιουργίας και όχι της αναπαραγωγής).

“THERE ARE DARK SHADOWS ON THE EARTH, BUT ITS LIGHTS ARE STRONGER IN THE CONTRAST”, Κάρολος Ντίκενς.

Γοτθικό Σύμπαν “In love with the dark IN CINEMA” Μέρος 2ο
Το σύνολο της φιλμογραφίας του Τιμ Μπάρτον έχει  χαρακτηριστεί εμμονικά «σκοτεινό», με κυρίαρχη τη γκροτέσκα ατμόσφαιρα και χαρακτήρες εμπνευσμένους από τη μεσαιωνική γοτθική λογοτεχνία. Το 2012 (την ίδια χρονιά ολοκλήρωσης της κινηματογραφικής τετραλογίας του Λυκόφως) ο σκηνοθέτης μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το βαμπίρ Βαρνάβα Κόλινς(Τζόνι Ντεπ) με την ταινία Dark Shadows.

Η ταινία είναι βασισμένη στην αμερικανική καλτ τηλεοπτική σειρά του Dan Curtis “Dark Shadows”(1966-1971). Ο Τιμ Μπάρτον θέλησε να μεταφέρει το γνωστό οικογενειακό γοτθικό δράμα της δεκαετίας του 70’ με τον Τζόνι Ντέπ στον ρόλο του Βρικόλακα Βαρνάβα καθώς και οι δύο ανακάλυψαν το κοινό τους ενδιαφέρον για τη σειρά στη διάρκεια των γυρισμάτων του Sweeney Todd(Ο Φονικός Κουρέας της Οδού Φλιτ,2008). Καθόλου τυχαίο που την ίδια χρονιά είχε βγει στις αίθουσες το Λυκόφως, σκηνοθέτης και ηθοποιός θεώρησαν καλή ιδέα να κάνουν μια ταινία με βαμπίρ όπου ο « βρικόλακας θα μοιάζει με βρικόλακα και όχι με μοντέλο» (Ντεπ,Vanityfair 2012). Κάπως έτσι προκύπτει και το Σκοτεινές Σκιές, όπου η μαύρη κάπα του Ντράκουλα ξανά-ανεμίζει, τα γαμψά νύχια και μακριά δόντια επιστρέφουν και το απέθαντο πλάσμα απελεύθερώνεται από το φέρετρο και αναζητά το σκοτεινό του κάστρο. Οι Κάλεν δίνουν τη σκυτάλη στους Κόλινς και οι φαν του είδους μαθαίνουν πως «κάθε οικογένεια έχει τους δαίμονες της». Ο Μπάρτον,  φέροντας τον τίτλο του goth σκηνοθέτη, συγκεντρώνει σε αυτή την ταινία όλα τα στοιχεία που το επιβεβαιώνουν. Η σύνθεση των χαρακτήρων συμπεριλαμβάνει, την μάγισσα Αντζελίκ(Eva Green) ερωτευμένη με τον Βαρνάβα από τον 18ο αιώνα που η κατάρα της τον μετέτρεψε σε απέθαντο βαμπίρ. Το φάντασμα της αγαπημένης του Βαρνάβα, Τζοζέτ, μια έφηβη λυκάνθρωπο της οικογένειας Κόλινς, την επιστήμονα Δρ.Χόφμαν(έμμεση αναφορά στον συγγραφέα ιστοριών τρόμου Ερνστ Χόφμαν) που την υποδύεται η Έλενα Μπόχαμ Κάρτερ. Επίσης, την κουβερνάντα Βικτώρια με την ιδιότητα να βλέπει και να ακούει φαντάσματα, που έχοντας καταπληκτική ομοιότητα με την Τζοζέτ γίνεται η αφορμή να ξαναγαπήσει ο Βαρνάβας και να προκαλέσει για δεύτερη φορά το μένος της Αντζελίκ. Το Dark Shadows, καθιστά ξεκάθαρο πως δεν επιθυμεί να επαναπροσδιορίσει ή να εκμοντερνίσει το βαμπίρ αλλά να υπενθυμίσει(με αρκέτες δόσεις χιούμορ) τι το έκανέ εξαρχής αγαπητό στο κινηματογραφικό κοινό. Ο Ντεπ ερμηνεύει τον Βαρνάβα ενσωματώνοντας προγενέστερα στοιχεία κινηματογραφικών χαρακτήρων του Dracula και ο Τιμ Μπάρτον δεν χάνει την ευκαιρία να τους συμπεριλάβει στο καστ(σε γκεστ εμφανίσεις ο θρυλικός Κόμης Δράκουλας Κρίστοφερ Λι και ο τηλεοπτικός Βαρνάβας Κόλις Τζόναθαν Φριντ)

Πόσο «σκοτεινές» είναι όμως οι Σκοτεινές Σκιές; Ο σκηνοθέτης συμπεριλαμβάνει και άλλα μοτίβα πέρα από φαντάσματα, αιμοδιψείς βρυκόλακες και μάγισσες. Αυθεντικά γοτθικά τα θέματα της «φυλάκισης και απόδρασης», του διαχωρισμού κοινωνικών τάξεων, την εμμονή με την οικογενειακή συνέχεια και κληρονομία καθώς και την «πρόσκρουση» του σκοτεινού παρελθόντος με το παρόν. Η ιστορία του Βαρνάβα, καταραμένος και θαμμένος ζωντανός από την τυραννική Αντζελίκ, καταφέρνει να αποδράσει μετά από 200χρόνια, επιστρέφοντας θα έρθει αντιμέτωπος με την κοινωνική παρακμή της οικογένειας του (οι απόγονοι των Κόλινς) αλλά και της περιουσίας του, το περίφημο Κάστρο Collinwood Manor στα όρια κατάρρευσης. Η προσαρμογή στο σύγχρονο κόσμο(1972) καθώς και η σύνδεση με τα οικογενειακά μέλη φαντάζει ανέφικτη, το παρελθόν του Βαρνάβα απεικονίζεται κωμικά ξεπερασμένο και οι τρόποι του ασυνήθιστοι. Η συνεχής υπενθύμιση της διαφοράς νοοτροπίας των 200 ετών που έχουν μεσολαβήσει μετατρέπει την ταινία σε ανάλαφρο gothic, με σκοπό να απαλύνει τις «σκιές» και να διασκεδάσει με αφορμή μια γοτθική ιστορία τηρώντας τους βασικούς κανόνες της.

Γοτθικό Σύμπαν “In love with the dark IN CINEMA” Μέρος 2ο
“IT IS ONLY IN MODERN TIMES THAT WE HAVE COME TO GLORIFY VAMPIRISM”
Γκιγιέμο Ντελ Τόρο

Ο Μεξικανός σκηνοθέτης Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο αποτελεί ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό κεφάλαιο στη σύγχρονη προσέγγιση του λογοτεχνικού, κινηματογραφικού και τηλεοπτικού όρου «γοτθικός τρόμος». Το προσωπικό του σύμπαν εικονοπλασίας χαρακτηρίζεται ως υβριδικό καθώς διαρκώς μεταπειδά από σκοτεινά παραμύθια(Ο Λαβύρινθος του Πάνα,2006), σε φαντάσματα(The Devils Backbone,2001-The Orphanage,2007), τέρατα, αντί-ήρωες κόμικ(Hellboy), γοτθικά ρομάντζα(Πορφυρός Λόφος,2015) και επιστημονική φαντασία (The Strain,TV 2014). Με αγαπητό για τον ίδιο θεματικό μοτίβο(οι ιστοριες με φαντάσματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με αυτό) την αναγκαιότητα συμβιβασμού με το παρελθόν και έπειτα την απόδραση από αυτό. Το στοιχείο αυτό εντοπίζεται πρώτο στην ταινία Cronos 1993, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ντελ Τόρο. Καθόλου τυχαίο που στη πρώτη μεγάλου μήκους του ο Ντελ Τόρο επιλέγει να αφηγηθεί μια ιστορία βαμπίρ.

Γοτθικό Σύμπαν “In love with the dark IN CINEMA” Μέρος 2ο
Ο κεντρικός χαρακτήρας Jesus Gris είναι ένας 57χρονος έμπορος αντικών, που η καθημερινότητα του περιλαμβάνει την ενασχόληση με το μικρό του μαγαζί και την εγγονή του. Μέσα σε ένα ξύλινο άγαλμα αντίκα του 16ου αιώνα ανακαλύπτει ένα περίτεχνο μηχανικό σκαραβαίο. Καθώς το εξετάζει αυτό ενεργοποιείται, αγκυλώνεται στη παλάμη του και τον «τσιμπάει».

  Έπειτα από αυτό το επεισόδιο η ζωή του Jesus αλλάζει, σταδιακά μετατρέπεται σε βρικόλακα χωρίς να είναι σε θέση να κατανοήσει τι του συμβαίνει. Ξεκινά η επιθυμία για αίμα, όλα γύρω του είναι τροφή αλλά δεν ξέρει πως να ικανοποιήσει την πείνα του. Το φώς του ήλιου τον καίει και η εγγονή του τον κρύβει μέσα σε ένα μεγάλο κουκλόκουτο – το φέρετρο του Δράκουλα παίρνει τη μορφή ενός κουτιού γεμάτο πάνινες κούκλες. Ο Jesus αισθάνεται δυνατότερος, νεότερος αλλά έντονα «εξαρτημένος» από την δίψα του για αίμα. Ο Ντελ Τόρο δεν εξιδανικεύει τον βαμπιρισμό με έναν «εστέτ» χαρακτήρα τύπου Λεστάτ (Συνέντευξη με έναν Βρικόλακα) αλλά τον παρουσιάζει με στοιχεία ναρκομανή. Ο Jesus αποκτά την αιώνια ζωή αλλά παράλληλα την αιώνια εμμονή να εξασφαλίζει την επόμενη δόση για αίμα. Ο ίδιος θα επιλέξει να καταστρέψει τον σκαραβαίο και να λιμοκτονήσει μέχρι θανάτου για να προστατεύσει την εγγονή του όταν ο εθισμός του την βάζει σε κίνδυνο.

O Ντελ Τόρο δημιουργεί ένα άλλου είδους βαμπίρ, από αυτό του Cronos, με το Blade II (2002). Η νέα εκδοχή παρουσιάζει τους βρικόλακες ως θεριστές (Reapers) του είδους τους, με απόλυτα ζωώδη ένστικτα και γενετικά σχεδιασμένους ώστε να είναι δυνατότεροι από τους «νορμάλ». Κατά τον σκηνοθέτη ο αρχέγονος φόβος ότι κάτι τερατώδες θα μας «στραγγίξει» από τη ζωή μετατράπηκε στους Βικτωριανούς χρόνους σε ρομαντικό στοιχείο για νουβέλες  αλλά για την ακρίβεια ο «πραγματικός»  βρικόλακας είναι πιο σκοτεινός και βιολογικά πιο τρομακτικός. Ο Blade είναι μισός βρικόλακας μισός άνθρωπος που παρόλα αυτά δεν αισθάνεται να ανήκει σε κανένα από τα δύο έιδη. Ενας σκοτεινός ήρωας κόμικ που λειτουργεί ως τιμωρός προστατεύοντας τους ανθρώπους από τους Reapers. Στην προσπάθεια αυτή θα συμμαχήσει με άλλα βαμπίρ που κινδυνεύουν από το «μεταλλαγμένο» είδος τους. Ο Ντελ Τόρο προσεγγίζει την ταινία με το σκεπτικό ότι :υπάρχουν δύο επίπεδα βαμπιρισμού , το συνηθισμένο όπως το γνωρίζουμε και μετά είναι το σούπερ βαμπίρ μια ράτσα που δημιουργήσαμε.

Ο Ντελ Τορό ισχυρίζεται πως το Blade II δεν είναι μια καθαρά «προσωπική ταινία» καθώς αποτελεί τη συνέχεια ενός εδραιωμένου χαρακτήρα (έχει προηγηθεί το Blade-Σκοτεινή Δύναμη 1998 από τον Στίβεν Νόρινγκτον). Τα δικά του «τέρατα» σε αυτήν την ταινία παίρνουν μορφή με τους Reapers, τη σουπερ ράτσα βαμπίρ όπως την έχει εμπνευστεί και την κουβαλάει στην μετέπειτα (και πιο πρόσφατη) ένασχόληση με τη θεματική των βρικολάκων στο τηλεοπτικό The Strain 2014. Τους προσδίδει τα ίδια χαρακτηριστικά με βασική ομοιότητα τον παραλληλισμό του βαμπιρισμού με την πανούκλα,την αρρώστια και τον παρασιτισμό που εξαπλώνεται και απειλεί την ανθρωπότητα. Μια ξεκάθαρη υπενθύμιση ενός δίασημου βρικόλακα στην ιστορία του γοτθικού κινηματογραφικού τρόμου, του Νοσφεράτου που μεταφράζεται ώς «ο φέρων την νόσον». Στη κινηματογραφική διαδρομή του ο Νοσφεράτου, ως Dracula, Έντουαρτ, Βαρνάβας, Λεστάτ, Jesus κ.α δεν παύει ποτέ να μας σαγηνεύει, και ο απέθαντος χαρακτήρας (να ζείς για πάντα με οποιοδήποτε κόστος) έχει εξασφαλίσει την αιώνια ύπαρξη στη μεγάλη και μικρή οθόνη.

Κοινοποίηση

Γραψτε ενα σχολιο