Μένγκελε: Το τέρας που νικήθηκε από τον έρωτα (;) ταξιδεύει στην Σάμο

0

Μια παράσταση που κλείνει (ή όχι;) τον κύκλο της, μετά από τρία χρόνια, στο φεστιβάλ «Θεατρικοί Βηματισμοί στο νησί του Πυθαγόρα».

του Κώστα Νταλιάνη, 13/12/2015

ΓΙΟΖΕΦ ΜΕΝΓΚΕΛΕ
Γεννήθηκε το 1911, στο Γκέντζμπουργκ της Βαυαρίας. Μόλις ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εστάλη ως στρατιωτικός γιατρός στο μέτωπο της Γαλλίας και της Ρωσίας, όπου και τραυματίστηκε. Ανίκανος, πλέον, να μετάσχει στην πρώτη γραμμή, αλλά παρασημοφορημένος με τον «Σιδηρούν Σταυρό», τοποθετήθηκε από τον Χάινριχ Χίμλερ στο Άουσβιτς. Εκεί είχε την απόλυτη ελευθερία να διεξάγει κάθε είδους πειράματα, τα οποία θα βοηθούσαν στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τις φυλετικές διαφορές, τη γενετική ταυτότητα του ανθρώπου, την ευγονική (την ιδέα της γενετικής κατασκευής της Αρίας φυλής) και τη μοριακή βιολογία.
Ο Μένγκελε υπέβαλε τους κρατούμενους σε πολλά φρικιαστικά πειράματα. Επιχειρώντας να βρει τον τρόπο, με τον οποίο θα κατασκεύαζε την Άρια φυλή (την οποία τόσο οραματιζόταν και επιθυμούσε ο Χίτλερ), προσπαθούσε να αλλοιώσει τη μορφολογία τους, να ψηλώσει τα άκρα τους, ν’ αλλάξει το χρώμα και τη μορφή τους. Σε πολλές περιπτώσεις, προσπάθησε ν’ αλλάξει το χρώμα των ματιών τους, χρησιμοποιώντας διάφορες σταγόνες δικής του επινόησης, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι εξ’ αυτών να τυφλώνονται ή να πεθαίνουν από φρικτούς πόνους.
Το ενδιαφέρον του Μένγκελε στράφηκε από την αρχή στα παιδιά, στους νάνους αλλά και γενικότερα σε όποιον τρόφιμο του στρατοπέδου παρουσίαζε «ιδιαίτερα» γενετικά χαρακτηριστικά. Η μεγάλη πειραματική εμμονή του, εντούτοις, ήταν οι δίδυμοι. Από τα εργαστήρια του (μόνο κατά το διάστημα 1943-1944) πέρασαν περίπου 1.500 ζευγάρια διδύμων, εκ των οποίων ζήτημα είναι αν επέζησαν τα 100.
Από τα λίγα, που μας έχουν μεταφέρει οι ελάχιστοι επιζώντες του στρατοπέδου, γνωρίζουμε, ότι ο Μένγκελε άλλαζε στους δίδυμους το φύλο, τους «βομβάρδιζε» με ακτίνες «Χ», τους αφαιρούσε εσωτερικά όργανα και τα τοποθετούσε σε άλλους οργανισμούς, μετάγγιζε αίμα από τον ένα αδελφό στον άλλο, τους γέμιζε με βακτηρίδια και τους υποχρέωνε σε αιμομικτικές εγκυμοσύνες.
Όταν ο πόλεμος έλαβε τέλος, το δικαστήριο της Φρανκφούρτης καταδίκασε τον Μένγκελε για «ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία διέπραξε μόνος ή με συνεργάτες και μάλιστα επιδεικνύοντας τεράστιο ζήλο». Πέθανε το 1979, από εγκεφαλικό, σε μια μικρή πόλη της Βραζιλίας.
Ο «Άγγελος του θανάτου», σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, πίστευε, ότι όλα αυτά τα εγκλήματα, που διέπραττε, γίνονταν στο όνομα της επιστήμης. Ένας συμμαθητής του, ο Γιούλιους Ντίνσμπαχ, ανέφερε γι’ αυτόν χαρακτηριστικά: «Δεν ήθελε απλώς να είναι επιτυχημένος, αλλά να ξεχωρίζει από την μάζα. Το πάθος του ήταν να γίνει διάσημος. Μου είπε μια φορά, ότι κάποτε το όνομά του θα βρίσκεται σε λεξικό….»Μένγκελε: Το τέρας που νικήθηκε από τον έρωταΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Ένας άντρας και μία γυναίκα γνωρίζονται στο κουπέ ενός ηλεκτροκίνητου τρένου, σε ένα νυχτερινό δρομολόγιο. Λόγω της διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος βρίσκονται εγκλωβισμένοι κι έτσι, για να περάσουν την ώρα τους, αρχίζουν ένα παιχνίδι ρόλων, στο οποίο ένας από τους δύο αναλαμβάνει να υποδυθεί μία πολύ συγκεκριμένη ιστορική ή φανταστική προσωπικότητα: ο άντρας θα παραστήσει τον Γιόζεφ Μένγκελε και η γυναίκα την Εσθήρ Κοέν, την εγγονή μίας Εβραίας επιζήσασας, θύματος των φρικτών πειραμάτων του μυστηριώδους γιατρού. Όσο η ώρα, όμως, περνά, τόσο περισσότερο τα δύο πρόσωπα μπαίνουν στο πετσί των ρόλων τους και τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα θολώνουν.
Πρόκειται για ένα ανατρεπτικό κείμενο, όπου το απόλυτο καλό (η παιδική αθωότητα) και το απόλυτο κακό (η φιγούρα του Μένγκελε, που ιστορικά ταυτίστηκε με τον ίδιο τον διάβολο) συναντιούνται σ’ έναν έρωτα βαθύ και διαχρονικό, που θέλει να κατακτήσει την αιωνιότητα. Δεν έχει σημασία, αν, τελικά, τα πρόσωπα είναι ή δεν είναι αυτά που φαίνονται ή που υπονοούνται ή που πιστεύει ο θεατής ότι είναι. Σημασία έχει, ότι μπαίνουν στο παιχνίδι τόσο βαθιά, που χάνονται και οι ίδιοι.
Η γοητεία του έρωτα στην αιωνιότητα και η σχεδόν διαστροφική, αλλά όχι απίθανη, ιδέα, ότι θύμα και θύτης (ποιός από τους δύο είναι, άραγε, εν προκειμένω, το θύμα και ποιός ο θύτης;), καλός και κακός, άντρας ή γυναίκα μπορούν να αγαπήσουν, να ποθήσουν, να πονέσουν και να λυτρωθούν με τον ίδιο απόλυτο τρόπο, με την ίδια ηδυπάθεια και την ίδια ένταση, σε βάζουν σε μια διαδικασία επανεξέτασης, για το πώς βλέπεις το καλό, το κακό, και την αγάπη. Μόνο οι καλοί αγαπούν; Μπορεί να αγαπήσει ακόμα κι ένα τέρας; Κι αν ναι, γιατί και πόσο; Μήπως μπορεί κι αυτός να αγαπήσει όσο κι οι καλοί; Μήπως δεν υπάρχουν, εν τέλει, καλοί και κακοί, αλλά μπορούμε να είμαστε όλοι τέρατα; Μήπως όλοι μπορούμε και να αγαπάμε τους άλλους και να τους βασανίζουμε ταυτόχρονα; Μήπως το έχουμε ήδη κάνει όλοι μας;
Ο Θανάσης Τριαρίδης μας δίνει ένα συγκλονιστικό έργο, όπου η βαθύτατη αγάπη και ο αβυσσαλέος τρόμος κρατιούνται χέρι με χέρι (που αποτελεί αξίωμα της ανθρώπινης ζωής, και ας μην τολμάμε πολλές φορές να το δούμε). Το τέλος θυμίζει «Το μαύρο πέπλο του ιερέα» του Ναθάνιελ Χώθορν, όπως και όλη η παράσταση είναι, θαρρείς, μια εκδοχή της σκηνής της παράστασης στον «Άμλετ», αλλά με διακύβευμα τη ζωή και την ταυτότητα των ίδιων των πρωταγωνιστών.
Σατανικά έξυπνο το κείμενο κινείται δεξιοτεχνικά ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, με διαρκείς εναλλαγές. Στο τέλος, ο θεατής φεύγει με περισσότερα ερωτήματα από ότι στην αρχή, μιας και ποτέ δεν ξεκαθαρίζεται, αν αυτός, που βλέπεις, είναι ή όχι ο Μένγκελε.
Πραγματικά, είναι μεγάλη χαρά να γράφονται από σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς έργα με τέτοια δομή, ευρηματικότητα και μηνύματα.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Αν και η υπόθεση εξελίσσεται μέσα σε ένα σταματημένο βαγόνι (σύμβολο της στάσης όλου του δυτικού πολιτισμού μετά το Ολοκαύτωμα), η παράσταση δεν είναι καθόλου στατική, καθώς η κειμενική συνθήκη του βαγονιού καταργείται. Ο σκηνοθέτης Κώστας Φιλίππογλου βάζει τους ηθοποιούς να κινούνται σταδιακά σε ολόκληρη τη σκηνή, σωματοποιώντας, έτσι, μέσω της κινησιολογίας, τα συναισθήματα τους.
Τα βίντεο, που πέφτουν πάνω στον τοίχο και δείχνουν κάτι παραλλαγμένο από αυτό που βλέπουμε στη σκηνή, ταράζουν. Για κάθε χαμόγελο, για κάθε σπαραγμό, για κάθε κίνηση του σώματος, οι φιγούρες του παρελθόντος και οι σκιές πλαισιώνουν τους ήρωες, γράφοντας και ξαναγράφοντας με διαπεραστικό τρόπο την ταυτότητα και την ιστορία τους.
Ο σκοτεινός φωτισμός εξυπηρετεί το μινιμαλιστικό στυλ της σκηνοθεσίας και σε συνδυασμό με το τραγούδι «Γιουκάλι» του Κουρτ Βάιλ προσθέτουν στην ατμόσφαιρα του έργου. Συγκλονιστική η κλιμάκωση της παράστασης και βαθιά συγκινητική η ερωτική σκηνή.Μένγκελε: Το τέρας που νικήθηκε από τον έρωταΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
Στον ρόλο του «Μένγκελε» ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, προκαλούσε άλλοτε την απέχθεια και άλλοτε τον οίκτο. Δεν θα ξεχάσω τις εκρήξεις του, τη σιωπή του, το διαβολικό παιχνίδι που παίζει, το πώς κλαίει στον μονόλογο του τέλους… Ακροβατούσε ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τη φρίκη, τη λατρεία, την οργή και τον τρόμο, με απίστευτη εναλλαγή στις εντάσεις και την ενέργεια του καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Κατάφερε για μιάμιση ώρα να γίνει πραγματικά ένα άλλο πρόσωπο, παίζοντας τον άνθρωπο, που υποδύεται τον Μένγκελε και σιγά-σιγά κατακτιέται από αυτόν που ενσαρκώνει. Πραγματικά σπουδαίος ηθοποιός σε έναν ρόλο που του ταίριαξε απόλυτα.
Αντάξια απέναντι του η Μυρτώ Αλικάκη, στον εξίσου δύσκολο ρόλο του θύματος, που θέλει να γίνει δήμιος, φανερώνοντας μια άλλη πλευρά της ως ηθοποιός. Η Μ.Αλικάκη, παρά το μικρό του σωματότυπού της, φαντάζει στη σκηνή ογκόλιθος, κινούμενη πειστικά ανάμεσα στις ακραίες εκφάνσεις της γυναικείας φύσης: από μια ντροπαλή κοπέλα (εύστοχες οι αρχικά συγκρατημένες κινήσεις της) σε ένα λάγνο ον και από στρατιώτης της λογικής στην ενσάρκωση της εκδίκησης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ
Το θέατρο “Λιθογραφείο”, ένας χώρος σκοτεινός και σαγηνευτικός ταυτόχρονα, σαν τον ίδιο τον «Μένγκελε» και ο κόσμος, που το γέμισε, αποτέλεσαν το κάδρο, που πλαισίωσε μια αλησμόνητη θεατρική εμπειρία. Μια παράσταση χωρίς κορώνες και υπερβολές, η οποία κάνει τον θεατή να την παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα από την αρχή ως το τέλος.

«ΜΕΝΓΚΕΛΕ»
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Συγγραφέας: Θανάσης Τριαρίδης
Σκηνοθεσία: Κώστας Φιλίππογλου
Σκηνική – εικαστική ευθύνη – βίντεο: Όλγα Μπρούμα
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Δραματολόγος: Ροζαλί Σινοπούλου
Μουσική: Δημήτρης Γιακουμάκης
Παίζουν:
Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Μυρτώ Αλικάκη

Παίχτηκε στα θέατρα “Faust”, “Θησείον”, “Αυλαία”, “Λιθογραφείο” κ.α.

Θα συνεχίσει την πορεία της
στη Σάμο
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 15 & ΣΑΒΒΑΤΟ 16 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016
στο αμφιθέατρο Λυκείου (ΒΑΘΥ)
ΩΡΑ 21:00

Κοινοποίηση

Γραψτε ενα σχολιο