Ο γιος του Σαούλ – Κριτική από τον Γιώργο Σταματιάδη

0

Χωρίς περιστροφές και περιττές εισαγωγές: Ο γιος του Σαούλ του πρωτοεμφανιζόμενου Ούγγρου σκηνοθέτη Λάζλο Νέμες είναι ένα αριστούργημα, ένα κινηματογραφικό επίτευγμα, μια σπάνια αισθητική εμπειρία. Η ταινία αιχμαλωτίζει το θεατή από το πρώτο δευτερόλεπτο, βυθίζοντάς τον στο σημείο μηδέν της ανθρώπινης ιστορίας: στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου το 1944, εκεί όπου ποδοπατούταν ολόκληρη η ανθρωπότητα με τη συστηματική εξόντωση των Εβραίων από τους ναζί. Ένα ανελέητο κινηματογραφικό ράπισμα, που βιώνεται σωματικά και αφήνει ανεξίτηλες μνήμες.

Ο Νέμες εικονογραφεί την κόλαση ως ένα τόπο όπου έχει εξαλειφθεί κάθε ίχνος νοήματος, διάκρισης, αξιολόγησης. Ως την επικράτεια της μηχανικής του θανάτου, στην οποία έχει στερέψει κάθε ηθική πηγή και οι πάντες εργάζονται ως μαριονέτες ενός άφαντου σχεδιαστή, ως εξαρτήματα μιας τεράστιας μηχανής εξολόθρευσης.

Η κόλαση δεν είναι ένας χώρος με διαβόλους, τριβόλους και καζάνια. Είναι μια διάσταση, όπου η συνείδηση, ως διαδικασία ανακλαστικού στοχασμού, παύει να επιτελεί το ρόλο της, όπου παλεύει κανείς να αρθρώσει λόγο και δεν μπορεί γιατί στερήθηκε οριστικά την ικανότητα ομιλίας.

Ο εαυτός δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο εντός ενός πλαισίου, ενός διαμοιρασμένου κόσμου, ενός ορίζοντα νοήματος. Το Άουσβιτς, και αυτό συνιστά αξιοθαύμαστο κατόρθωμα του Νέμες, περιγράφεται ως ένας τόπος όπου είναι αδύνατος καταστατικά ο διάλογος, η ανάδυση της διυποκειμενικότητας, η εμφάνιση ενός υποκειμένου ως έλλογου όντος. Ο Νέμες εικονογραφεί μια πειστική κόλαση επί της γης.

Στο γιο του Σαούλ, θύτες και θύματα είναι μακρινές απομιμήσεις ανθρώπων, άχρονες και απρόσωπες φιγούρες χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά προσώπου, σκιές διακρινόμενες μεταξύ τους μόνο χάρη στα ρούχα και τις στολές τους. Μακρινές κραυγές, σύντομες και ασύντακτες φράσεις, κοφτές διαταγές και μουρμουρητά συνιστούν το κύριο μέρος της καθημερινής «επικοινωνίας» μεταξύ τους.

Ο Σαούλ Αουσλόντερ (ένας ιδανικός Γκέζα Ρέριγκ), από την οπτική γωνία του οποίου παρακολουθούμε την ιστορία με την κάμερα εμμονικά κολλημένη πάνω του, ανήκει στην ομάδα των sondercommandos, Εβραίων αιχμαλώτων που χρησιμοποιούσαν οι ναζί για τις βαριές δουλειές του στρατοπέδου συγκέντρωσης.Ο γιος του ΣαούλΟ Σαούλ, ο γιος του ανθρώπου, αφυπνίζεται αρχικά από την απεγνωσμένη προσπάθεια ενός παιδικού σώματος να αψηφήσει το θάνατο. Σ’αυτό το περιβάλλον ολικής αποανθρωποποίησης διεκδικεί ένα λόγο ύπαρξης για να διαφυλάξει το ιδιαίτερο γνώρισμά του, να θυμηθεί ότι κάποτε υπήρξε ανθρώπινο ον, να αποδράσει από τη διάσταση του μηδενός. Θα στραφεί προς τα πίσω, προς τα ταφικά έθιμα, εντάσσοντάς τον εαυτό του στο πλέγμα μιας μακρόχρονης παράδοσης και διεκδικώντας να περισώσει όχι μια ζωή, αλλά την ίδια τη Ζωή μέσω του θανάτου, την Ανθρωπότητα ως τέτοια, που έχει καταπέσει και μοιάζει ανήμπορη να ανασηκωθεί.

Απόστολος χωρίς μαθητές, βαδίζει εν πλήρη συνειδήσει προς την τυπική επικύρωση του θανάτου του, όντας νεκρός σε αναστολή, όπως το σύνολο των εμπλεκομένων στο Ολοκαύτωμα. Ποιος επιζών εγκληματίας πολέμου μπορεί να ισχυριστεί βάσιμα ότι, μετά από τους θαλάμους αερίων, διατήρησε την ανθρώπινή του υπόσταση, ότι δεν υποβιβάστηκε οντολογική κατηγορία;

Η διαφορά του Σαούλ από τους υπόλοιπους του στρατοπέδου συγκέντρωσης έγκειται στην απόλυτη αυτογνωσία, στην καθαρότητα της ματιάς, η οποία, συγκρουόμενη με την κτηνωδία του Άουσβιτς, οδηγεί τελικά στα όρια της παραφροσύνης. Με το απονενοημένο σχέδιο να θάψει ένα νεκρό αγόρι με βάση το παραδοσιακό τελετουργικό, ο Σαούλ μοιάζει να κινείται στο μεταίχμιο της τρέλας και της αγιότητας. Η φανατική επιμονή σ’ένα πρακτικά ανεφάρμοστο σχέδιο θέτει σε κίνδυνο τον ίδιο και τους υπόλοιπους sondercommandos που ετοιμάζονται να εξεγερθούν κατά των ναζί.

Η ολοκληρωτική, αδικαιολόγητη με τα κοινά μέτρα, αφοσίωση του Σαούλ στην αποστολή του παραπέμπει στον Αντρέι Ρουμπλιόφ του Ταρκόφσκι και η ακροβασία μεταξύ τρέλας και αγιοσύνης στο Λόγο του Ντράγιερ. Ωστόσο, η υψηλή σκηνοθετική τέχνη του Νέμες δεν εξαντλείται σε επιρροές και αναφορές.

Η ταινία παρουσιάζει ένα απολύτως ρεαλιστικό σύμπαν, παραμένοντας μυθοπλαστική κατασκευή. Το Άουσβιτς ως Άουσβιτς αναπλάθεται με ανατριχιαστική ακρίβεια, αλλά το σκηνοθετικό βλέμμα δε χρησιμοποιεί τετριμμένα δραματουργικά εργαλεία και δεν παίρνει (φωναχτά) θέση.

Το διαρκές φλουτάρισμα του φόντου αποτελεί ένα εξαίσιο σκηνοθετικό εύρημα, που δεν χρησιμεύει στο να προστατεύσει το θεατή από τον τρόμο ή σαν οποιοδήποτε άλλο δραματικό εφέ περιορισμένου βεληνεκούς. Αντίθετα, ο Νέμες εικονοποιεί τη μνήμη και το μηχανισμό της. Ο πρωταγωνιστής βιώνει και απωθεί ταυτόχρονα τη βαρβαρότητα της συστηματικής εξολόθρευσης, στήνοντας γύρω του ένα πέπλο αυτοπροστασίας.

Με τη συνεχή απόκρυψη της περιρρέουσας βαναυσότητας, η ταινία διαβάζεται και ως σχόλιο για την ανθρωπότητα, που φαίνεται να έχει απωθήσει στα βάθη της συλλογικής μνήμης της το Ολοκαύτωμα, αδυνατώντας να αντλήσει από αυτό τα κατάλληλα συμπεράσματα. Κόντρα στη ροπή της λήθης και τις τάσεις για επανάληψη των φρικαλεοτήτων, ο γιος του Σαούλ καθίσταται ιδιαίτερα επίκαιρος, κληροδοτώντας ένα πολύτιμο ίχνος, μια σπουδαία παρακαταθήκη στις παρούσες και μελλοντικές γενιές.

Γιώργος Σταματιάδης

Κοινοποίηση

Γραψτε ενα σχολιο