«Πανηγύρι», του Δημήτρη Κεχαΐδη – Κριτική από την Ηρώ Μητρούτσικου

0

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:
Ο Δημήτρης Κεχαΐδης (1933-2005) είναι ένας πολύ καλός και συγχρόνως πολυπαιγμένος συγγραφέας. Φέτος, συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από τον θάνατο του. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που φέτος, παρουσιάζονται τέσσερα έργα του, στην Αθηναϊκή σκηνή, ίσως και ότι πρόκειται για έναν από τους καλύτερους, νεότερους συγγραφείς. Στα τρία, μάλιστα, από αυτά εμπλέκεται ο Θανάσης Παπαγεωργίου, ενώ το τέταρτο είναι το πολυπαιγμένο «Το τάβλι». Το τελευταίο είναι ένα έργο δυο ατόμων, το οποίο ανεβαίνει σχεδόν κάθε χρόνο και φέτος παρουσιάστηκε δυο φορές (σε σκηνοθεσία Δ.Λάλου και σε σκηνοθεσία Ν. Κουρή).

Ο Κεχαΐδης είναι εξαιρετικός μάστορας του λόγου. Προφανώς δούλευε πολύ τους διαλόγους του κι ίσως αυτή ήταν και η αιτία που δεν έγραψε πολλά έργα. Δημιουργεί αληθινούς χαρακτήρες, με καθημερινή ομιλία, οι οποίοι είναι αυθεντικοί αντιπρόσωποι του Έλληνα και της Ελληνίδας. Πρόκειται για κοινωνικά, ρεαλιστικά έργα του νεοελληνικού μικροαστισμού. Δύσκολα θα βαρεθεί ο θεατής, εύκολα θα αναγνωρίσει γνώριμους τύπους Ελλήνων…

Τα πιο γνωστά του έργα είναι: “Ο μεγάλος περίπατος” (1959), “Το Πανηγύρι” (1964), τα μονόπρακτα “Η Βέρα”, “Το τάβλι” (1972), “Δάφνες και πικροδάφνες”(1979), “Με δύναμη από την Κηφισιά” (1995). Τα δυο τελευταία  τα συνυπέγραψε με τη σύντροφο της ζωής του, Ελένη Χαβιαρά.

ΤΟ ΕΡΓΟ:
Το «Πανηγύρι» μιλάει για τη μοναξιά, βγάζοντας το ελληνικό θέατρο από την ηθογραφία. Χαρακτηρίζεται ως Ιλαροτραγωδία. Η υπόθεση: Ένας παπλωματάς, παλιός στρατιώτης της Μικρασιατικής εκστρατείας, ζει με την οικογένειά του σε ένα «τσαντίρι» στον θεσσαλικό κάμπο και περιμένει μια αμφίβολη κληρονομιά ενός μακρινού θείου για να ορθοποδήσει. Το έχει ρίξει στο ποτό, ενώ η γυναίκα του, πιο προσγειωμένη, κρατάει το σπίτι. Αυτή κινεί τα νήματα και παντρεύει, κόντρα στην θέληση της μικρής και χωρίς τη συγκατάθεση του άντρα της,  την 14χρονη κόρη τους με έναν, μεγαλύτερό της σε ηλικία, πλούσιο άνδρα. Ο γιος τους, τεμπέλης κι άεργος έχει παντρευτεί μια κοπέλα από το Άργος και την έχει φέρει μαζί με την γιαγιά της στο τσαντίρι. Κανένα από τα έξι πρόσωπα που είναι αναγκασμένα να ζουν στο τσαντίρι -ούτε ο Θεσσαλονικιός γαμπρός- δεν επικοινωνεί με το άλλο. Κάπως έτσι τελειώνει το έργο. Η οικογένεια διαμελίζεται: η κόρη στην Θεσσαλονίκη, ο γιος φεύγει για το Άργος, οι γονείς πεθαίνουν μόνοι.

Το έργο παρουσιάζει το αδιέξοδο των απλών ανθρώπων του μόχθου, αλλά και την αδράνεια, τη νομαδική ζωή, την αμορφωσιά, τη φτώχεια, τις αναποτελεσματικές νοοτροπίες της ελληνικής επαρχίας.

Το «Πανηγύρι» πρωτοπαρουσιάστηκε στο Θέατρο Τέχνης το 1969 (σκηνοθεσία: Κ.Κουν, πρωταγωνιστής: Γ.Λαζάνης). Ανεβαίνει συχνά από ερασιτεχνικούς θιάσους, ενώ παίχτηκε στο Εθνικό θέατρο το 1988 (σκηνοθεσία: Ν.Αρμάος, πρωταγωνιστής: Πέρης Μιχαηλίδης) και στο Κ.Θ.Β.Ε. το 1984 (σκηνοθεσία: Λ.Κωστόπουλος, πρωταγωνιστής: Γιώργος Βελέτζας)

«ΠΑΝΗΓΥΡΙ», του Δημήτρη Κεχαΐδη - Κριτική από την Ηρώ Μητρούτσικου
Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ:
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου (γέννηση: Καισαριανή, 1938) και φοίτησε στην Δραματική Σχολή του Χρήστου Βαχλιώτη. Αφού έπαιξε σε πολλές παραστάσεις, σπούδασε κινηματογράφο στην Ρώμη και το 1969 ίδρυσε τον θίασο “Βήματα”, στην Κοκκινιά, μαζί τους Λήδα Πρωτοψάλτη και Τάκη Καλφόπουλο. Το 1971, εν μέσω δικτατορίας, ιδρύει το “ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟΑ”, στην περιοχή του Ζωγράφου επιχειρώντας την αποκέντρωση του θεάτρου, μαζί με Ελένη Καρπέτα και την Λήδα πρωτοψάλτη. Αναφέρεται ότι από 1974 διευθύνει μόνος του το “Στοά”, όπου συχνά πρωταγωνιστεί μαζί με την Λ.Πρωτοψάλτη.

Εκτός των άλλων, έχει σκηνοθετήσει παιδικά έργα, παραστάσεις για το Θέατρο της Δευτέρας της ΕΡΤ, τη σειρά «Μαντάμ Σουσού», στην οποία ερμήνευσε τον ρόλο του Παναγιωτάκη, έχει πρωταγωνιστήσει στις σειρές: «Το λαχείο», «Μικροί-Μεγάλοι», «13ο Κιβώτιο», έχει γράψει θεατρικά έργα, δοκίμια, ένα σενάριο ταινίας, το βιβλίο «Εγκωμιάζοντας εγκλήματα» και έχει βραβευτεί επιμέρους, αλλά και για τη συνολική προσφορά του στο θέατρο.

Υπήρξε Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, Πρόεδρος του Τομέα Θεάτρου της Εταιρίας Ελλήνων Σκηνοθετών, Μέλος της Επιτροπής Κρατικών βραβείων θεατρικού έργου και μέλος του Δ.Σ. του Θεατρικού Μουσείου.

Το θέατρο “Στοά” υπήρξε πρωτοποριακό και σημαντικός σταθμός στην ιστορία του Αθηναϊκού θεάτρου. Με αριστερό όραμα, ανεβάζει καλοπαιγμένα παραστάσεις, έργα με κοινωνικοπολιτικό μήνυμα, αντιστασιακές ιδέες και δίνει βήμα, πρωτίστως, σε Έλληνες συγγραφείς και κυρίως σε νέους συγγραφείς.

Το “Στοά” έγινε η ζωή του για πάνω από 40 χρόνια. Μόνο τα τελευταία χρόνια αναγκάζεται να βγει προς τα έξω, να παίξει ή να σκηνοθετήσει σε άλλα θέατρα.

Στις 1.5.2015 η κυβέρνηση τον διόρισε πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου. Μετά από λίγο καιρό ακολουθούν διαδοχικές παραιτήσεις μελών του συμβουλίου (Αμ.Μουτούση, Ι.Βιβιλάκης, Κ.Κουτζουράκης), αντιπαραθέσεις με τον καλλιτεχνικό διευθυντή Στ.Λιβαθινό και διαχωρισμός της θέσης του συμβουλίου στα γεγονότα της παράστασης: «Η ισορροπία του Νας».

Κερασάκι στην τούρτα το περιστατικό που συνέβη (19.2.2016) στο ιστορικό θέατρο “Στοά”. Ο σκηνοθέτης και η πρωταγωνίστρια και σύζυγός του Εύα Καμινάρη -“άνθρωποι της τέχνης” και οι δύο- απαγόρεψαν την είσοδο στον Γ.Σαρηγιάννη (έναν δημοσιογράφο που έχει τιμήσει, κατά κόρον, με άρθρα και κριτικές του το “Στοά”), παρότι υπάρχει νόμος που απαγορεύει την απαγόρευση εισόδου σε δημόσιο θέαμα. O λόγος; Σαν δημοσιογράφος είχε επικρίνει την στάση του πρόεδρου του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου… Τότε είπα ότι δεν θα ξαναπατήσω σε αυτό το θέατρο και έτσι αντέδρασαν και οι περισσότεροι συνάδελφοι. Στο εξωτερικό, όσες φορές έχει συμβεί παρόμοιο περιστατικό δεν ξαναγράφεται ποτέ κριτική, από κανέναν, για τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη ή το θέατρο.

Την παράσταση του Εθνικού αποφάσισα να την δω πιο πολύ για το έργο, παρά για την σκηνοθεσία του Θ.Παπαγεωργίου. Έτσι κι αλλιώς τα τελευταία χρόνια οι παραστάσεις στο θέατρο “Στοά” ήταν, όπως πάντα, αξιοπρεπείς και καλοδουλεμένες, αλλά είχαν ελάχιστη επαφή και με τη σημερινή πραγματικότητα, αλλά και με το σύγχρονο θέατρο, οπότε με ενδιέφεραν ελάχιστα πια. Η πρωτοπορία είχε χαθεί, όπως είναι φυσικό, μαζί με την νιότη των ιδρυτών του.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ:
Η παράσταση στο Εθνικό θέατρο «Το πανηγύρι» ξεκινάει με πολύ αργό ρυθμό, ενώ -λόγω του ηχητικού περιβάλλοντος (κάπου στο βάθος λαμβάνει χώρα μια εμποροπανήγυρις)- δυσκολευόμαστε να ακούσουμε τους δυο ηθοποιούς. Ευτυχώς, μετά την πρώτη σκηνή, η παράσταση ανεβαίνει και ρυθμικά και τονικά. Αυτό οφείλεται, σαφώς, στην εισαγωγή νέων χαρακτήρων, αλλά ίσως και σε κάτι ακόμα: Η διάρκεια της παράστασης που είδα εγώ, ένα μήνα μετά την πρεμιέρα της, ήταν κατά μισή ώρα μικρότερη από όσο δηλώνεται. Αναλογιζόμενη την εξοντωτική διάρκεια του φετινού «Με δύναμη από την Κηφισιά» σε σκηνοθεσία του ιδίου, αναρωτιέμαι αν υπήρξαν διορθώσεις στον ρυθμό της παράστασης μετά τις πρώτες ημέρες… Οι μεταβάσεις ωστόσο, από την μία “εικόνα” ή πράξη στην άλλη, εξακολουθούσαν να είναι ελαφρά μεγαλύτερες από ότι έπρεπε.

Η παράσταση, που είδα εγώ, ήταν πολύ καλή, αν κάποιος θέλει να δει μια καλή παρουσίαση ενός έργου μισού αιώνα.

Τολμάω να θυμηθώ την εξαιρετική σκηνοθεσία της Λυδίας Κονιόρδου, το 2014, στην ίδια αίθουσα του Εθνικού, όπου κατάφερε να κάνει μια σύγχρονη παράσταση σε ένα κείμενο σχεδόν ενός αιώνα («Φλαντρώ» του Παντελή Χορν).  Ο Θ.Παπαγεωργίου έστησε μια πολύ ωραία παράσταση, χωρίς όμως να προσπαθήσει να μας μιλήσει για το σήμερα, αλλά ούτε καν να προσπαθήσει να εξιχρονίσει ένα έργο, το οποίο μιλάει για συνθήκες που δύσκολα συναντάς σήμερα. Σκηνοθέτησε ρεαλιστικά ένα κείμενο, το οποίο αν δεν είχε τον τόσο δυνατό λόγο του Κεχαΐδη, σήμερα θα θεωρούνταν ξεπερασμένο.

Το σκηνικό (Γ.Πάτσας) εξαιρετικό, ανοίγει και κλείνει συμβολίζοντας, ίσως, μια αυλαία (του θεάτρου, αλλά και της ζωής). Αποτελείται από νάιλον, ενώ η σκηνή είναι διάσπαρτη με στρώματα, που συμβολίζουν την αδράνεια των ανθρώπων και παπλώματα (το επάγγελμα του πατέρα). Ρεαλιστικά και ωραία κοστούμια.

Οι ερμηνείες χαρακτηρίζονται από φυσικότητα. Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των ηθοποιών, μάλλον ήταν ζητούμενο του έργου. Ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος (γνωστός από το Εθν.Θεάτρο, αλλά και από την τηλεόραση) δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας σε έναν ρόλο, ο οποίος είτε είναι στα άκρα, είτε είναι μεθυσμένος. Επίσης, πολύ φυσική και πειστική στον ρόλο της έφηβης η Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη, την οποία θα δούμε το καλοκαίρι, στην Επίδαυρο, ως Αντιγόνη. Γεμάτη ενέργεια η καλή ηθοποιός Εύα Καμινάρη. Δεν με έπεισε ιδιαίτερα ως γιαγιά η Μαρία Μαυροματάκη, ενώ η Κόρα Καρβούνη είχε έναν, σχεδόν, βουβό ρόλο και παρέμεινε σχεδόν ασκηνοθέτητη. Θα ήθελα κάτι περισσότερο από τον γαμπρό, Κώστα Βελέντζα, και περισσότερο νεύρο από τον γιο, Λάμπρο Κτεναβό, χωρίς όμως να σημαίνει ότι ερμήνευσαν λάθος τους ρόλους τους. Ειδικά ο Κτεναβός ήταν κι ο μόνος που μιλούσε με προφορά, δεδομένου ότι βρισκόμαστε στην θεσσαλική επαρχία και οι ήρωες δεν έχουν δει καν θάλασσα στη ζωή τους…

Συμπερασματικά: οι καλές ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστών έρχονται σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ηθοποιούς και αναρωτιέσαι γιατί. Παρόλα αυτά, πρόκειται για μια πολύ καλή παράσταση, που σου διακινεί συναισθήματα. Ο  78χρονος Θ.Παπαγεωργίου έκανε αυτό που ξέρει να κάνει -και το κάνει πολύ καλά- κι έτσι βγαίνεις από την αίθουσα ευτυχισμένος, νιώθοντας ότι είδες κάτι πολύ καλό και δεν σε νοιάζει πια το ότι δεν είχε επαφή με την σύγχρονη πραγματικότητα.

Μετά το φιάσκο, μάλιστα, της άλλης παράστασης του Εθνικού, «Δαμάζοντας τα Κύματα» στο Rex, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, προτιμάς να δεις κάτι, έστω συντηρητικό, παρά κάτι σαν κι εκείνο…

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
Αγίου Κωνσταντίνου 22-24, Ομόνοια
τηλ. 210 5288170-171
Τετάρτη ως Σάββατο 21.00, Κυριακή 19.30
Εισιτήριο: 15, 13, 10 ευρώ

Κοινοποίηση

Γραψτε ενα σχολιο