Project Bacchae, Εργασία Βάκχες – της Μαρίας Κυργιαφίνη

0

Κριτική από τη Μαρία Κυργιαφίνη στο Blackbox πριν λίγο καιρό

Μορφές πολλές παίρνει το θεϊκό
Άγνωστο τέλος δίνουν στα πράγματα οι θεοί
Εκείνα που είναι να γίνουν δεν έγιναν ποτέ
Κι αυτά που γίνονται. Δεν ήταν για να γίνουν
Σιωπή. Σιωπή
Βάκχες, Ευριπίδη, μτφ. Γ. Χειμωνά

Όποιος παρακολούθησε τη δεύτερη εκδοχή της performance Εργασία Βάκχες από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου είχε την τύχη να βιώσει για δεύτερη φορά μια ουσιώδη παραστασιακή εμπειρία. Παρά το γεγονός πως η πρώτη προσέγγιση στην τραγωδία του Ευριπίδη Βάκχες, η οποία παρουσιάστηκε πριν περίπου από έναν χρόνο στο Βlock33 – σε έναν εντελώς διαφορετικό χώρο, επιδραστική συνθήκη για  την διαμόρφωση της σκηνικής δράσης και της δημιουργίας της ατμόσφαιρας – ήταν αποτέλεσμα μελέτης και εμβάθυνσης στο λόγο του Ευριπίδη και είχε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί εκ νέου ατόφια,  η παράσταση της δεύτερης εκδοχής ήταν μια καινούρια ανάγνωση. Τα μέσα και η αισθητική που χρησιμοποιούνται είναι τα βασικά εργαλεία της σύλληψης που διατηρούνται ως χαρακτηριστικά σημεία μιας performance που χρησιμοποιεί το σωματικό θέατρο, τα εικαστικά, τη γλυπτική και τη μουσική για μιλήσει με εικόνες και παράλληλα να επιτρέψει στο κείμενο του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, να ακουστεί και να μετατραπεί σε συναίσθημα.Project BacchaeΤο 407 π.χ. ο Ευριπίδης γράφει τις Βάκχες την περίοδο που βρισκόταν στην Πέλλα, στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου. Πρόκειται για το τελευταίο έργο της συγγραφικής διαδρομής του, το οποίο δεν πρόλαβε να ανεβάσει,  καθώς πέθανε σχεδόν ένα χρόνο αργότερα. Συνοπτικά, πρόκειται για ένα έργο με διονυσιακό θέμα, στο οποίο ο νέος θεός Διόνυσος επιχειρεί να προσηλυτίσει τους πολίτες της Θήβας στη λατρεία του. Ο Πενθέας, βασιλιάς των Θηβών και γιος της Αγαύης αμφισβητεί έντονα τη νέα λατρεία και συλλαμβάνει τον θεό που στο έργο παρουσιάζεται με ανθρώπινη μορφή. Η οργή του Διονύσου δεν αργεί να ξεσπάσει με τον Πενθέα να οδηγείται παρασυρμένος από τη διονυσιακή «μέθη» στον Κιθαιρώνα και να έρχεται αντιμέτωπος με τη μανία των Βακχών.

Η προσέγγιση της δεύτερης εκδοχής διαφοροποιείται, όχι μόνο ως προς την «οικοδόμηση» της παράστασης, αλλά και ως προς τον τρόπο «ανάγνωσης» των ρόλων όσον αφορά τα εκφραστικά μέσα με τα οποία ο Α. Κωνσταντίνου εξελίσσει σκηνικά του ήρωες της τραγωδίας (δίνει πιο έντονα κωμικά στοιχεία στους Αγγελιοφόρους του, χωρίς αυτό να γίνεται τετριμμένο, ενισχύει το απόκοσμο και την επιβλητικότητα του Διόνυσου και ξεδιπλώνει την έπαρση  του Πενθέα, μεγεθύνοντας την τραγωδία και την πτώση του αργότερα).
Η αξιοποίηση του χώρου παίζει καθοριστικό ρόλο για τη μορφή της παράστασης και γίνεται το καθοριστικό σημείο, το οποίο στοιχειοθετεί την ειδοποιό διαφορά των δύο παραστάσεων – προσεγγίσεων.  Η σκηνή του Blackbox διαμορφώθηκε – είναι χαρακτηριστικό του εν λόγω θεάτρου, λόγω της σχεδίασής του, να μπορεί να «αλλάζει» δομικά ανάλογα με τις απαιτήσεις της κάθε παραγωγής – για να εξυπηρετήσει τις γρήγορες αλλά και εξ ολοκλήρου μεταμορφώσεις του Αντρέα Κωνσταντίνου σε όλους τους ρόλους αυτής της σημαντικής υπαρξιακής τραγωδίας του Ευριπίδη. Η έκταση του χώρου χρησιμοποιείται έξυπνα ενώ παράλληλα αποτελεί πρόκληση για τον ηθοποιό στη μοναχική του παρουσία επί σκηνής.
Ο Αντρέας Κωνσταντίνου σε αυτή τη solo performance γίνεται Διόνυσος, Πενθέας, Αγαύη, Κάδμος, Τειρεσίας, Αγγελιαφόροι, Χορός μπαινοβγαίνοντας από τον έναν ρόλο στον άλλο με ρυθμό και δεξιοτεχνία. Την ίδια στιγμή δε μας λείπει τίποτα. Με την παρουσία του, δίχως υπερβολή, καθηλώνει τον θεατή με το εξαιρετικό του ταλέντο και τα τεχνικά του μέσα (ρυθμός, φωνή και λόγος, κίνηση και σώμα, πρόσωπο και μάσκα), ένας ηθοποιός με την κυριολεκτική έννοια του όρου, ποιεί ήθος, πλάθει χαρακτήρες και μεταδίδει με άμεσο και επιδραστικό τρόπο τη φιλοσοφία του κόσμου του Ευριπίδη και τα συναισθήματα που αναδύονται από τους ήρωες μιας τραγικής ιστορίας, η οποία αναδεικνύει από τη μια το αναπόδραστο της μοίρας του ανθρώπου απέναντι στους θεούς και από την άλλη τη βαθιά μοναξιά του ανθρώπου σε έναν κόσμο που αλλάζει, αναδομείται και συντρίβεται, στο κλείσιμο ενός κύκλου ζωής όπως τον γνώριζε μέχρι πρότινος.Project BacchaeΔε πρόκειται για ακόμη μια θεατρική παράσταση, αλλά για μια θεατρική συγκίνηση – συν/κίνηση – κατά τη διάρκεια της οποίας ο θεατής «γεμίζει» από συναισθήματα, προβληματισμό και σκέψη, παρακολουθώντας την ιστορίας της ανθρώπινης ύπαρξης μέσω της λεκτικής έκφρασης της ποίησης που ακούγεται αβίαστα χωρίς τον κόπο της βαρύγδουπης φωνητικής υπερβολής.
Το ερώτημα για εμάς που είχαμε παρακολουθήσει την πρώτη εκδοχή παλλόταν σαν γλυκιά ανησυχία της προσμονής του όμορφου: θα διατηρούνταν και εδώ το στοιχείο της μετάβασης; Η αναπάντεχη έκπληξη του τελευταίου στάσιμου και της εξόδου στη μετάβαση του performer και των θεατών σε διαφορετικό σκηνικό χώρο. Στην προκειμένη περίπτωση, η ποιότητα της μετάβασης συνάδει με την εξέλιξη της τραγωδίας για τους ήρωες και λειτουργεί συμβολικά σε ένα περισσότερο ρεαλιστικό περιβάλλον σε σχέση με αυτό της κεντρικής δράσης: το τέλος της ζωής όπως τη γνώριζαν, η αποδομημένη ζωή, η ζωή μετά την καταστροφή και το πένθος γίνονται φανερά από τον εγκαταλελειμμένο τόπο. Ο χώρος μοιάζει με αποθήκη με τα σημάδια της παλιάς ζωής να ξεπροβάλλουν διστακτικά μέσα στην παρακμή, σαν ένα παλιό αριστοκρατικό σπίτι που έχει υποστεί φθορές από το χρόνο και την απουσία. Κεριά αναμμένα, παλιοί καναπέδες που έχουν ξεμείνει από τις «καλές» ημέρες του οίκου.
Ο τόπος αυτός συνδέεται με την τύχη του οίκου του Κάδμου, την πτώση και το θάνατο, ταυτόχρονα, όμως, λειτουργεί πολύ εύστοχα και λυτρωτικά για τον θεατή ως τόπος κάθαρσης. Εκεί, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου επιλέγει να διαβάσει το κείμενο, αποδίδοντας ένα σχόλιο για την τέχνη του ηθοποιού και του θεάτρου, τη διαδικασία της παραγωγής μιας θεατρικής παράστασης, τη διαδρομή για την αναζήτηση του ρόλου από το κείμενο του Ευριπίδη στη μετάφραση του Χειμωνά και από εκεί στη σύλληψη της ιδέας και υλοποίησή της από τον ίδιο.
Η παράσταση ολοκληρώνεται με χιούμορ και συγκινησιακή ατμόσφαιρα, με μαεστρική ισορροπία, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα την εξωσκηνική συζήτηση της καλλιτεχνικής διαδικασίας.  Ένα θέατρο ουσίας από μια ομάδα σπουδαίων καλλιτεχνών: ιδέα, σκηνοθεσία και solo performance από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου, γλυπτική από τον Κωνσταντίνο Παυλίδη, μουσική από τον Κωστή Λιολιόπουλο, κοστούμια από την Ελεάνα Θαλασσούδη, φωτογραφία από τον Mike Rafail.
Περισσότερες πληροφορίες για το project ΕΔΩ

*Η Μαρία Κυργιαφίνη είναι συνεργάτης του Lifebeat.gr και διατηρεί και προσωπικό blog Rear Window

Κοινοποίηση

Γραψτε ενα σχολιο