The Revenant – Κριτική από τον Γιώργο Σταματιάδη

0

H πολυβραβευμένη «Επιστροφή» του μεξικανού Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιάριτου αφηγείται μια ιστορία επιβίωσης και εκδίκησης. Εμπνεόμενη από αληθινά γεγονότα, η ταινία διαδραματίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε εξωτερικούς χώρους και υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Έχοντας στο μυαλό του να γυρίσει κάτι πολύ περισσότερο από μια περιπέτεια στην άγρια φύση, ο Ινιάριτου αντλεί (κάποιοι θα έλεγαν αντιγράφει) εικόνες, παραστάσεις και θεματολογία από σκηνοθέτες μεταφυσικού προβληματισμού, όπως τους Ταρκόφσκι, Μάλικ, Τζάρμους και άλλους.

Η μεταφυσική διάσταση μοιάζει ωστόσο να «εισβάλλει» στο βασικό κορμό της ταινίας εκ των υστέρων και κάπως τεχνητά, και όχι να αποτελεί συστατικό κομμάτι της. Οι σημαντικοί μεταφυσικοί ή θρησκευτικοί σκηνοθέτες σπανίζουν, εξάλλου, διαχρονικά. Αποτελώντας το απόσταγμα μιας δια βίου ενδοσκόπησης και αναζήτησης, οι (ελάχιστες) ταινίες τους αξιώνουν από το θεατή μια στάση αυστηρής προσήλωσης. Κυρίως, οι δημιουργοί αυτοί δεν κάνουν καμία έκπτωση στην εμπορικότητα, αλλά κινούνται στο περιθώριο, δημιουργώντας το δικό τους απαιτητικό, αισθητικά και νοητικά, σύμπαν.The Revenant - Κριτική από τον Γιώργο ΣταματιάδηΤο μείγμα λοιπόν στην Επιστροφή δεν είναι απολύτως επιτυχημένο. Η ταινία επιδιώκει να εμφανιστεί πάση θυσία ως κάτι παραπάνω από αυτό που (μπορεί να) είναι: μια χολιγουντιανή περιπέτεια επιβίωσης με τεράστιο προϋπολογισμό και ηθοποιούς-σταρ. Παρά ταύτα, το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του Ινιάριτου στην κινηματογράφηση και ένα επιτελείο σπουδαίων συνεργατών προσδίδουν στην ταινία μια αξιοπρόσεκτη τεχνική ποιότητα.

Καμιά φορά λοιπόν, μια ταινία, ένα έργο τέχνης, παρότι ανταποκρίνεται σε υψηλές αισθητικές προδιαγραφές, αστοχεί εν μέρει, επειδή ο δημιουργός της επέλεξε να θέσει πολύ ψηλά τον πήχη και να υπηρετήσει ταυτόχρονα αντικρουόμενους στόχους. Η Επιστροφή προσπαθεί ανεπιτυχώς να ισορροπήσει σε τρία διαφορετικά επίπεδα, χρονικά, αισθητικά και θεματολογικά.

Ο κεντρικός ήρωας της ταινίας, Χιου Γκλας (Ντι Κάπριο), κινείται σε τρία χρονικά πεδία, στο παρελθόν καταρχάς, όπου μέσω φλας-μπακ ανακαλεί μνήμες από οικογενειακές στιγμές, στο παρόν, παλεύοντας  αγωνιωδώς να κρατηθεί στη ζωή, και στο μέλλον, προς το οποίο έχει διαρκώς στραμμένο το βλέμμα, σχεδιάζοντας να πάρει πίσω το αίμα του γιου του από αυτόν που τον εγκατέλειψε ημιθανή.

Από αισθητικής πλευράς, η Επιστροφή διακρίνεται αρχικά για το βιαιότατο ρεαλισμό της στην περιγραφή των συγκρούσεων μεταξύ ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Όσον αφορά την αποτύπωση του φυσικού περιβάλλοντος, η κινηματογράφηση πατάει σε μια στέρεη νατουραλιστική βάση. Παράλληλα, στην ταινία εντάσσονται επανειλημμένα υπερβατικές σκηνές, με άξονα τόσο το παρελθόν του πρωταγωνιστή, που ξαναχρωματίζεται με μεταφυσικές πινελιές, όσο και την ενατένιση της Φύσης, η οποία με τη μορφή μετεωριτών ή χιονοστιβάδας, προσφέρει αναπάντεχα εικόνες μακρινού, άπιαστου και ακατανόητου για τα ανθρώπινα μέτρα μεγαλείου.The Revenant - Κριτική από τον Γιώργο ΣταματιάδηΘεματολογικά, η Επιστροφή αναδεικνύει ως σταθερά τη σφαγή ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα. Εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο τις φυσικές πηγές, οι άνθρωποι διαβιούν ενταγμένοι μεν στο φυσικό περιβάλλον, πλήρως αποκομμένοι δε από αυτό, ως «αρνητικά» όντα χωρίς (αυθεντική) ύπαρξη, σε μια κατάσταση ακατάπαυστου πολέμου όλων εναντίον όλων.

Κατά λογική προέκταση, η επιβίωση απεικονίζεται ως μια ζωώδης, ά-λογη και μοναχική κατάσταση, ως μια συνθήκη-μηδέν της ύπαρξης που παλεύει για να αποφύγει την επιστροφή στην ανυπαρξία, στην οποία ωστόσο η ίδια τείνει «κυρίαρχα». Για να ξεφύγει από το μηδέν, ο άνθρωπος πρέπει να ταυτιστεί όχι με μια ανθρώπινη κοινότητα, αλλά μ’ένα ανώτερο ον, με την άπειρη πραγματικότητα, που θα του δώσει νόημα και σκοπό ύπαρξης, εν προκειμένω την εκδίκηση.

Ο θεατής γίνεται μάρτυρας μια σαφούς, αλλά και απλοϊκής αντίθεσης, όσο ξετυλίγεται το νήμα της ιστορίας. Κάτω, χαμηλά, στα ανθρώπινα, βασιλεύει η αιματηρή σύγκρουση, ενώ πάνω, στον ουρανό, κυριαρχεί η απόλυτη ισορροπία, αταραξία και ευμορφία. Τον κόσμο ως σύνολο, δηλαδή, «μολύνει» με την παρουσία του και τις πράξεις του ο άνθρωπος, επιτιθέμενος βάναυσα και ακατάπαυστα στους ομοίους του και στα άλλα έμβια όντα. Η αντιανθρωπιστική, ύποπτη αυτή ιδεολογία κυριαρχεί στο πρώτο μέρος της Επιστροφής.

Το ιδιάζον γνώρισμα του σύγχρονου ανθρώπου έγκειται κατά τον Ινιάριτου στην εργαλειοποίηση της Φύσης. Η ανθρώπινη δραστηριότητα συμπυκνώνεται στην αλληλοσφαγή και στην ασύστολη εκμετάλλευση της Φύσης, όχι για την επιβίωση, αλλά για το εμπόριο, για το χρήμα. Συμβιώνουμε με τους άλλους εντός του φυσικού περιβάλλοντος με όρους και σε συνθήκες απόλυτης δυσαρμονίας.

Ο κυνηγός-πρωταγωνιστής είναι ενδεχομένως ένας καλός οικογενειάρχης, αλλά ταυτόχρονα και ένας παραβάτης, ένας βιαστής της Φύσης, που τον τιμωρεί με τη σειρά της. Μετά από την αντ-επίθεση της Φύσης και την εγκατάλειψη από τους συνανθρώπους του, ο Γκλας, στερούμενος της ομιλίας, απολύτως μόνος, συρόμενος στο έδαφος, μεταπίπτει τυπικά στην αντικοινωνική, α-γλωσσική κατάσταση.

Ουσιαστικά όμως, χάρη στη συντριπτική, τη σχεδόν εκμηδενιστική, βία που υπέστη, ο Γκλας ξεφεύγει από το χώρο των ανθρώπων, όπου διαφεντεύουν η βαναυσότητα και η αχρειότητα και «επιστρέφει» στη Φύση, στην οποία όχι μόνο επιβιώνει, αλλά και αναγεννιέται, αναβαπτιζόμενος στα νάματα της απέραντης, άχρονης και ακατανίκητης ομορφιάς (natura στα λατινικά σημαίνει γέννηση, να γεννιέται κανείς).

Η δίψα για εκδίκηση τον μεταμορφώνει σε ον με υπερφυσικές αντοχές και δυνάμεις, σε Υπεράνθρωπο, που καλείται να αντέξει σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες αρκετά, ώστε να εκπληρώσει έναν και μοναδικό σκοπό στη ζωή του, αφού έχει χάσει αυτούς που αγαπούσε περισσότερο. Η χολιγουντιανή ευκολία και υπερβολή κάνουν την εμφάνισή τους, ευτυχώς σε μικρές δόσεις. Η ταινία ρέπει επίσης προς το μελόδραμα και σώζεται in extremis από το τελευταίο πλάνο της, στο οποίο ο αποκαμωμένος Γκλας αντικρίζει τους θεατές κατάματα.

Παρά την υπερπροσπάθεια, παρά την πραγματοποίηση του ζωτικού στόχου της ανταπόδοσης, η εξιλέωση αποδεικνύεται μια χίμαιρα. Η εικαζόμενη υποταγή στις επιταγές της υπερκόσμιας δικαιοσύνης, για να ξεπληρωθεί το αίμα που χύθηκε, δε μεταφράζεται σε ανακούφιση και ψυχική ηρεμία. Η ανταπόκριση στα υποθετικά κελεύσματα της θείας δίκης είναι παραλογισμός, μια αυτοδικαιολόγηση των χαμηλών ενστίκτων μας, ένα παραμύθι για να ξαλαφρώνει η συνείδησή μας, όταν θα έχουμε τελειώσει το έργο της εκδίκησης και θα έχουμε και πάλι απομείνει χωρίς νόημα, σκοπό και προσανατολισμό.

Κοινοποίηση

Γραψτε ενα σχολιο