Συνέντευξη του σκηνοθέτη Γιώργου Σίμωνα για το «Βόρνεο»

0

Ο Γιώργος Σίμωνας είναι συνιδρυτής (με την Τώνια Ράλλη) της ομάδας “Νοσταλγία” που πια έχει βάση της το θέατρο “Rabbithole”.
Φέτος σκηνοθετεί εκεί την ονειρική παράσταση «Βόρνεο» με την εκπαιδευτική
του ομάδα ”Mannschaft”. Η παράσταση αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της
Συνθετικής Ψυχοδυναμικής, μια μέθοδο υποκριτική πάνω στην οποία
πραγματοποιεί, ο ίδιος και η ομάδα του, έρευνα και η οποία σχετίζεται με
την “Αντίληψη του ηθοποιού.»
Απαντάει στις ερωτήσεις της Ηρούς Μητρούτσικου και κλείνει ονειρικά αυτή την συνέντευξη.

Γιώργο, πόσα χρόνια ασχολείσαι με το θέατρο; Θες να μας δώσεις ένα σύντομο βιογραφικό της δουλειάς σου;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Με το θέατρο ασχολούμαι σχεδόν δεκαέξι χρόνια. Ξεκίνησα με την ομάδα “Νοσταλγία” τον Απρίλιο του 2000 και έκτοτε, εργάζομαι με αυτήν (κυρίως) έχοντας, όμως, και άλλες συνεργασίες με ανθρώπους του θεάτρου ή άλλων παραστατικών τεχνών. Σημαντική λεπτομέρεια μέσα σε αυτό το διάστημα είναι η κατασκευή εκπαιδευτικών κύκλων: Ομάδων που εργάζονται πάνω σε ερευνητικές μεθόδους σχετικές με το θέατρο ή γενικότερα το θέαμα.

Άρα τι σπούδασες;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Είμαι απόφοιτος της δραματικής σχολής του Ωδείου Αθηνών, του Τμήματος Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έχω σπουδάσει, για λιγότερο διάστημα ζωγραφική και ακόμη λιγότερο, χορό. Με το τελευταίο θα έλεγα πιο συγκεκριμένα ότι έχω «ασχοληθεί».

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με το θέατρο και πώς μπήκε η Ψυχοδυναμική στη ζωή σου;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Αποφάσισα ότι η δουλειά που θέλω να κάνω στην ζωή μου είναι το θέατρο, στα δεκαοχτώ μου χρόνια. Τη χρονιά που τελείωνα το σχολείο, δηλαδή. Δεν ήθελα και δε θέλω να ξέρω το γιατί. Εξηγείται ως αίσθημα κάθε φορά που το κάνω από τότε. Το γνωρίζω γιατί το νιώθω. Νιώθω ότι αυτή είναι η δουλειά μου.

Με την μέθοδο της Συνθετικής Ψυχοδυναμικής, άρχισα να ασχολούμαι ως μελέτη, ως παρατήρηση των ηθοποιών και των ανθρώπων γύρω μου, ως σπουδές και τέλος κατάλαβα ότι υπήρχε ανάγκη να δημιουργηθεί. Ως ανάγκη δημιουργήθηκε δηλαδή. Άρχισα να τη διδάσκω και να τη μοιράζομαι με μαθητές, επτά χρόνια αφού είχα ξεκινήσει την έρευνα μόνος μου.ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ του σκηνοθέτη Γιώργου Σίμωνα για το «Βόρνεο»Πώς μια σχετικά νέα ομάδα, νέων παιδιών, σαν την δικιά σου, τόλμησε να κάνει το μεγάλο βήμα και να αναλάβει ένα δικό της θέατρο;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Η ομάδα “Νοσταλγία” δεν είναι πια νέα ομάδα. Μια ομάδα 16 ετών δεν την λες (και) νέα. Είναι μια ομάδα – περισσότερο ως γκρουπ αναφερόμαστε μεταξύ μας πάντως, παρά σαν ομάδα, τίτλος παρεξηγημένος στην Ελλάδα- τριών ατόμων με πάμπολλες συνεργασίες.

Το θέατρο “Rabbithole” (πρώην “Θέατρο της Άνοιξης”) το αναλάβαμε στον 11ο χρόνο μας. Δηλαδή, είχαμε ψηθεί σε πολλά θέατρα και της Αθήνας και της επαρχίας για να αναλάβουμε ένα τέτοιο εγχείρημα. Ήταν το επόμενο βήμα και έπρεπε να γίνει. Έκτοτε, ο ταπεινός και ουσιαστικός τρόπος που εργαζόμαστε (ακούγεται αστείο, αλλά ισχύει), βρήκε ουσιαστικά και ένα «ταπεινό σπίτι δημιουργίας».

Πες μας για την Συνθετική Ψυχοδυναμική, την μέθοδο με την όποια δούλεψες τους μαθητές σου.

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Οι περισσότεροι ηθοποιοί που μπαίνουν σε αυτό νομίζουν ότι είναι μια καινούργια μέθοδος υποκριτικής για να παίξουν διαφορετικά ρόλους και έργα. Είναι λάθος σκεπτικό. Δεν φταίνε αυτοί. Έτσι μας μαθαίνουν από τις δραματικές σχολές.

Η μέθοδος αυτή ποντάρει στην Αντίληψη του ηθοποιού, πως καταλαβαίνει τα πράγματα, λέγοντας ουσιαστικά ότι, ο τρόπος που καταλαβαίνεις τα πράγματα είναι και ο τρόπος που συμπεριφέρεσαι απέναντι στα πράγματα και φυσικά, ο τρόπος που σε βλέπουν οι άλλοι να συμπεριφέρεσαι. Νομίζω ότι αυτή η εξήγηση είναι και η πιο έγκυρη που μπορώ να δώσω, η πιο σωστή.

 Πες μας για την δουλειά σου πάνω στην κίνηση και την ακινησία.

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Η μεθοδολογία που εργάζομαι έχει ρίζες στη ζωγραφική. Δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, είναι η πρώτη μου μεγάλη αγάπη και είναι αναντικατάστατη. Στη ζωγραφική υπάρχει ένα μεγάλο θέμα, ένα θέμα συζήτησης που έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό: αν μιλάμε για μια ακίνητη τέχνη, αν η ζωγραφική προξενεί την κίνηση και αν θέατρο και ζωγραφική συγγενεύουν τελικά, δηλαδή αν το θέατρο είναι μια μετατρέψιμη κατάσταση προς την ζωγραφική (ακινησία) και η ζωγραφική προς το θέατρο (κίνηση).

Από αυτόν τον συλλογισμό/σπαζοκεφαλιά ξεκινά μια μεγάλη συζήτηση και μια ακόμη μεγαλύτερη έρευνα πάνω στις τέχνες γενικά. Φερ’ ειπείν, η μουσική έχει κίνηση; – και ούτω καθεξής.

 Πώς προέκυψαν τα ονόματα των δυο ομάδων;

 Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Η “Νοσταλγία” βαφτίστηκε από δύο ποιήματα, ένα του Καρυωτάκη και ένα της Δημουλά, με τον ίδιο τίτλο και από την ομότιτλη ταινία του Ταρκόφσκσι (το σήμα της ομάδας γράφεται όπως της ταινίας: “Nostalghia”).

Η “Mannschaft” είχε νονά μια καλή μας ηθοποιό, που σκέφτηκε το όνομα και το οποίο σημαίνει ομάδα, πλήρωμα πλοίου στα Γερμανικά. Και τα δύο ονόματα μας άρεσαν και ως άκουσμα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ του σκηνοθέτη Γιώργου Σίμωνα για το «Βόρνεο»Οχτώ μήνες πρόβα (και υποθέτω και απλήρωτοι) είναι ένα πολύ μεγάλο διάστημα, σχεδόν ούτε ο Βογιατζής δεν έκανε τόσο καιρό (έμμισθες) πρόβες; Ωστόσο το αποτέλεσμα σας δικαιώνει. Πως δουλέψατε, πως αντιμετωπίσατε τα προβλήματα που παρουσιάζονταν;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Το θέμα του κεφαλαίου είναι πάντα ένα μεγάλο θέμα. Κάθε μέρα το σκέφτομαι και με απασχολεί. Στις παραγωγές που αναλαμβάνουμε και παρουσιάζονται στο Rabbithole μία μεγάλη μας αρχή, είναι οι ηθοποιοί να πληρώνονται και να ασφαλίζονται κανονικά. Είναι δουλειά, αυτό πρέπει να γίνεται. Δυσκολίες υπάρχουν πολλές. Μία από αυτές είναι ότι και οι ίδιες οι παραγωγές χρειάζονται κεφάλαιο, όπως και η διατήρηση ενός θεάτρου χρειάζεται κεφάλαιο. Αυτά όλα αποτελούν ένα καθημερινό πονοκέφαλο τον οποίο ο Λευτέρης Βογιατζής δεν νομίζω να είχε. Ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης πιστεύω ότι ήταν πιο ελεύθερος να κάνει, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, την δουλειά του, αποκλειστικά. Η Τώνια Ράλλη και εγώ, αναλαμβάνουμε όλους τους ρόλους. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, ο τρόπος δουλειάς αλλάζει. Πρέπει να εργάζεσαι καθημερινά και στο καλλιτεχνικό και στο παραγωγικό κομμάτι. Έτσι είναι η κατάσταση, είναι επιλογή μας και την έχουμε αποδεχτεί και φυσικά, προσπαθούμε να βλέπουμε τα προβλήματα και να τα διορθώνουμε κάθε φορά ανεβάζοντας την ποιότητα των παραγωγών.

Πριν από πόσα χρόνια έγραψες το κείμενο του “Βόρνεο” και πώς προέκυψε η ανάγκη να το γράψεις;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Το κείμενο γράφτηκε τον Αύγουστο του 2011 στα Κύθηρα.

Ήθελα να γράψω ένα κείμενο σχετικό με ένα ναυτικό ταξίδι. Φαντάζομαι τότε αυτή η σκέψη μου έδινε έναν τόνο μελαγχολίας, κάποιου στοιχείου που γεννιέται από την κατάσταση του να είσαι σε ένα νησί και να αναπολείς πράγματα, να κάνεις μια ανασκόπηση και όλα αυτά που τα βιώνουμε όλοι, ιδίως προς το τέλος του καλοκαιριού. Το “Βόρνεο” γράφτηκε για το τέλος του καλοκαιριού, μεταφορικά μιλώντας. Αυτήν την αίσθηση ήθελα να περάσω τότε, αυτήν την αίσθηση ήθελα να περάσω και στην παράσταση.

Τί συμβολίζει για σένα το “Βόρνεο”;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Δεν είμαι σίγουρος. Όχι πολύ ευχάριστα πράγματα πάντως. Προτιμώ να ακούω τι συμβολίζει, αν συμβολίζει, το “Βόρνεο” για τους θεατές.

Πώς προέκυψε, την δεδομένη στιγμή, η ιδέα να το ανεβάσεις;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Προέκυψε κοιτώντας τους συγκεκριμένους ηθοποιούς να δουλεύουν στο πλάι μου και αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να βγει αυτή η ιδέα από το ράφι και να υλοποιηθεί. Είναι αποκλειστική σκέψη για τους ηθοποιούς αυτούς. Αυτοί το πήραν το έργο και το έβαλαν να ταξιδέψει. Αυτοί, θα λέγαμε, μου το θύμησαν.

Πρόκειται για μια έντονα κινηματογραφική παράσταση. Έχεις ασχοληθεί με το σινεμά; Πώς προέκυψε αυτή η ιδιαίτερη ματιά;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Δεν έχω ασχοληθεί με το σινεμά. Βλέπω όμως αρκετές ταινίες και σίγουρα έχω επηρεαστεί από πολλές. Επίσης η μέθοδος που εργάζομαι έχει αναφορές στον κινηματογράφο τόσο στον τρόπο υποκριτικής όσο και της σκηνοθεσίας. Από εκεί προκύπτει και το κινηματογραφικό στοιχείο της παράστασης νομίζω. Οι τομείς που φτιάχνουν την παράσταση, συγκλίνουν σε μια γλώσσα κινηματογραφική (η μουσική, το φως κτλ). Τέλος, σε μια εποχή εικόνας, το θέατρο αλλάζει. Και πρέπει να αλλάζει. Το θέατρο πρέπει να ακούει τις ανάγκες της (κάθε) εποχής.ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ του σκηνοθέτη Γιώργου Σίμωνα για το «Βόρνεο»Πρόκειται για ένα έργο που όλοι οι χαρακτήρες είναι άντρες εκτός από την κόρη του πλοιάρχου. Πες μας για την σκηνοθετική σου άποψη να ανεβάσεις το έργο με εντελώς αντίθετη διανομή: μόνο με γυναίκες και έναν άντρα, τον πλοίαρχο.

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Συχνά οι θεατές έχουν αυτήν την απορία. Πώς γίνεται ένα αντρικό έργο να ανεβαίνει με γυναίκες; Μερικοί πιστεύουν μάλιστα ότι ήταν λύση ανάγκης – βέβαια έχω ήδη απαντήσει ότι το “Βόρνεο” περίμενε τέσσερα χρόνια για να ανέβει. Και φυσικά υπάρχουν πολλά έργα με γυναίκες που θα μπορούσα να ανεβάσω – όπως και ιδέες.

Η άποψη να ανέβει με γυναίκες έχει να κάνει με το πως βλέπει την ζωή του ο καπετάνιος πάνω στο καράβι. Η ζωή που βιώνουμε καθημερινά είναι η ζωή που θέλουμε να βλέπουμε με μια ματιά, ψυχική. Ο καπετάνιος, αν κάποιος αναρωτηθεί και βάσει της υπόθεσης που βλέπει και πληροφορείται, βλέπει τους άντρες του με θηλυκά χαρακτηριστικά. Το ξέρω ότι δεν απαντώ άμεσα, αλλά σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις με ενδιαφέρει η σκέψη του άλλου και όχι η απάντηση “νέτα-σκέτα”.

Το έργο τέχνης, είναι κατ’ αρχήν διάλογος.

Πώς καταφέρατε να δημιουργήσετε τόσο έντονη κινηματογραφική αίσθηση σε μια παράσταση που παίζεται λιγότερο από ένα μέτρο μπροστά από τα πόδια του θεατή;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Ξέρουμε το θέατρο αυτό σαν την παλάμη μας. Σε άλλο θέατρο δεν ξέρω αν γινόταν αυτό. Όλοι οι συνεργάτες που δούλεψαν για το “Βόρνεο”, πραγματικά, έχουν γκρεμίσει και ξαναχτίσει αυτό το κτίριο. Η οπτική του θεατή έχει δοκιμαστεί με πολλούς τρόπους και πολλά μέσα, σε πολλές παραστάσεις, μυστήριας ατμόσφαιρας πάντα.

Πάνω σε τί στηρίζονται οι παραστάσεις που επιλέγεις να κάνεις;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Πάνω στο θέμα, στο ζήτημα του χρόνου. Το ξέρω. Μια ζωή γύρω από αυτό θα περιστρέφομαι. Και σε εκφάνσεις του ίδιου θέματος.Το “Βόρνεο” πήρε ήδη μια παράταση. Ποιά είναι τα επόμενα σχέδια για την παράσταση αυτή αλλά και για την ομάδα;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Να τελειώσει όπως ξεκίνησε, το ίδιο καλά δηλαδή και η ομάδα να πάρει τον χρόνο της, να γινει η «σούμα» και να δούμε πως θα συνεχίσουμε. Ακόμη δεν γνωρίζω τίποτα. Είμαστε όλοι μας ακόμη επάνω στο καράβι…

Πώς συνδέεται το “Bόρνεο” με τις αναμνήσεις μας;

Γ. ΣΙΜΩΝΑΣ : Δεν ξέρω πως. Ξέρω ότι συνδέεται. Μόλις βγαίνω από το θέατρο, μετά από κάθε παράσταση, μου αρέσει να περνάω απαρατήρητος και να πηγαίνω προς την έξοδο. Δεν κοιτάω κανέναν στα μάτια. Επιπλέον, δεν θέλω να ζαλίζω τους θεατές με την ματαιοδοξία μου. Όπως μου άφησαν χρόνο να δείξω τί είχα να τους πω, θέλω να τους αφήνω χρόνο να το χωνέψουν. Είναι δικός τους αυτός ο χρόνος. Όχι δικός μου. Και κάπου εκεί προς την έξοδο, μερικές φορές, με πιάνει κάποιος, με προλαβαίνει και μου λέει «συγχαρητήρια». Γυρίζω και του λέω «ευχαριστώ» κοιτώντας τον. Για να με σταματήσει ενώ εγώ τρέχω, ξέρω για ποιον λόγο το λέει. Το λέει γιατί με κάτι συνδέθηκε. Μετά βγαίνω έξω από το θέατρο και αυτός, μάλλον, είναι ακόμη μέσα… ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω.

Κοινοποίηση

Γραψτε ενα σχολιο